23/9/09

Ιστορία 2η: Νεραϊδότοπος

Η διαδρομή από το Mont Louis μέχρι την Prades είναι κόλαση. Δε σε αφήνει να αγιάσεις ακόμη και αν είσαι καλόγερος, έχεις πάρει όρκο αγνότητας και σε έχουν ευνουχίσει κι από πάνω. Εξήντα χιλιόμετρα σφιχτό, κατηφορικό, χωρίς ανάσα στροφιλίκι, σε δρόμο φαρδύ, με απανωτά πέταλα, φουρκέτες και εσάκια, χωμένο σε πλαγιές και φαράγγια και που-και-που ένα χωριουδάκι παραμυθένιο, λες και βγήκε απ' τις σελίδες γοτθικού μυθιστορήματος. Πάνω απ' όλα, όμως, είναι αυτή η άσφαλτος: Μαύρη-κατράμι, φρεσκοστρωμένη, τραχιά σαν γυαλόχαρτο, να χάνεται βουτώντας κάτω και αριστερά μπροστά σου και να τη βλέπεις μετά τη στροφή, στο βάθος, να φιδογυρίζει ώσπου να ξαναχαθεί πίσω απ' την επόμενη πτυχή του βουνού. Οι λευκές διαχωριστικές γραμμές τέλειες, φωτεινές, αψεγάδιαστες, σαν σημάδια από κιμωλία πάνω σε ολοκάθαρο μαυροπίνακα, να σου λένε: "Μάγκα μου εδώ σε θέλω. Εδώ δεν έχει φοβάμαι, γλιστράω, έχει λακκούβες και άλλες μαλακίες. Αν δεν το στύψεις εδώ, είσαι κότα. Πάει και τέλειωσε! Ελαφρυντικά δεν παίζουν."

Αυτά περίπου σκεφτόμουν αραγμένος στην άκρη του δρόμου, μπροστά από έναν κυκλικό κόμβο, λίγο πριν την Prades. Άναβα τρίτο ή τέταρτο τσιγάρο και η μηχανή πάνω στο πεζοδρόμιο είχε σταματήσει προ πολλού το τσίκι-τσίκι και είχε αρχίσει να κρυώνει. Μπροστά μου μια ταμπέλα δείχνει αριστερά για "Catllar, Mosset, Col de Jau". Στο χάρτη "D14", λευκή γραμμή, λεπτή σαν τρίχα, ανθυποεπαρχιακός.

Το γενικό πλάνο της μέρας είχε κάπως έτσι: Στήσιμο νωρίς, πριν το μεσημέρι, σε κάμπινγκ στο Quillan, μετά μια κυκλική διαδρομή μέχρι το Mont Louis μέσω του Col de Port και πάλι πίσω στο Quillan από άλλο δρόμο. Αυτός ο "άλλος δρόμος" ήταν ανατολικά μέχρι την Prades και μετά βόρεια στον επαρχιακό που περνάει απ' το Col de Jau---τόσο μικρός που μόνο οι πιο αναλυτικοί απ' τους χάρτες που είχαμε μαζί μας τον έδειχναν. Η διαδρομή μέχρι το Mont Louis ήταν η πρώτη μας πραγματική επαφή με τα Πυρηναία και μας είχε αφήσει... μαλάκες! Άρχιζε κατάφυτη ανάμεσα σε σχεδόν-κατακόρυφες πλαγιές και ποτάμια και ανέβαινε απότομα, από σχετικά κακοτράχαλο δρόμο, μέχρι να φτάσει σε αλπικά υψόμετρα όπου η βλάστηση υποχωρούσε για να δώσει τη θέση της σε καταπράσινα λιβάδια. Στο ψηλότερο σημείο μια μικρή λίμνη να αντανακλά τον ουρανό: Βαθύ μπλε και μπαμπακένια συννεφάκια λες και βγήκε απ' τις σελίδες της Χάιντη. Από εκεί και κάτω η ποιότητα του οδοστρώματος συνεχώς βελτιωνόταν, μέχρι το Mont Louis όπου άρχιζε επίσημα "η λύσσα η κακιά".

Είχε περάσει κοντά μισή ώρα από τότε που είχα σταματήσει και τα ρεμάλια ακόμη να φανούν. Εντάξει, τόσο κουλάδι δεν μπορεί να είναι κανένας. Τρεις πιθανότητες έπαιζαν: Ή κάπου είχαν πέσει ή με περίμεναν πιο πριν νομίζοντας ότι με έχουν περάσει ή είχαν στρίψει κάπου νωρίτερα. Καβαλάω και γυρίζω πίσω για καμιά εικοσαριά χιλιόμετρα προσέχοντας στις διασταυρώσεις μήπως δω κάποια που θα μπορούσαν να έχουν πάρει. Μπα! Ο Γιάννης και χάρτες έχει και προσανατολισμό που γενικώς δουλεύει. Τόσο λάθος δεν θα έχουν κάνει. Πίσω πάλι στη διασταύρωση. Κινητό αφόρτιστο, οπότε... "you 're on your own, mate".

Παίρνω λοιπόν μόνος μου το δρόμο προς το Col de Jau. Έχει πάει απόγευμα για τα καλά και σύννεφα τσαμπουκαλεμένα έχουν αρχίσει να μαζεύονται προς την γενική κατεύθυνση που κινούμαι. Αφήνω πίσω μου το Catllar και καθώς ανεβαίνω ο δρόμος όλο και στενεύει. Το στροφιλίκι γίνεται όλο και πιο κλειστό και τα σημάδια του πολιτισμού αραιώνουν. Μερικά χιλιόμετρα παρακάτω, στην μέση του πουθενά, θαμμένο μέσα στα δέντρα, ένα πέτρινο σπίτι. Σε μια μικρή ξύλινη αποθήκη δίπλα του βλέπω, απ' την μισάνοιχτη πόρτα, έναν τύπο να γυαλίζει ένα μαύρο εζβί. Περίεργοι άνθρωποι ζουν εδώ, σκέφτομαι, καθώς ένα ρίγος με διαπερνά---μάλλον από την υγρασία που έχει αρχίσει να βαράει κόκκινα. Κίνηση μηδέν. Ούτε αυτοκίνητο, ούτε μηχανάκι, ούτε ποδήλατο, ούτε άνθρωπος, ούτε ζώο. Κινούμαι στο πουθενά. Ο δρόμος στενεύει περισσότερο. Είμαι σίγουρος ότι κάπου έχω χαθεί, αλλά εξίσου σίγουρος είμαι ότι διασταύρωση δεν πέρασα.

Έχω ανέβει αρκετά και ο ουρανός έχει σκοτεινιάσει για τα καλά. Έχει τρελή υγρασία και πλέον κάνει ψύχρα. Μυρίζει βροχή πολύ έντονα. Ο δρόμος πια είναι κάτι λιγότερο από μια λωρίδα, τραχύς, γεμάτος λακκούβες και σαμαράκια. Σε κάθε τυφλή στροφή αναγκάζομαι να κορνάρω για κάνω την παρουσία μου αντιληπτή σε περίπτωση που κάποιος έρχεται απ' την αντίθετη κατεύθυνση (όχι ότι έρχεται κανένας). Περνάω τον αυχένα (στα 1500 περίπου μέτρα---όπως είδα αργότερα) και αρχίζω να κατεβαίνω με τις πρώτες ψιχάλες να πέφτουν στη ζελατίνα του κράνους μου. Η βλάστηση αρχίζει να πυκνώνει και σύντομα βρίσκομαι μέσα σε δάσος. Δάσος πυκνό και άναρχο, υγρό, σκοτεινό και αδιαπέραστο. Χώμα δεν βλέπεις κάτω. Τα ελάχιστα κενά τα έχουν κλείσει ερμητικά φτέρες και βρύα. Νερά παντού, ψιχάλα και ομίχλη. Ο δρόμος είναι στενός σαν μονοπάτι και τα δέντρα τον έχουν σκεπάσει κρύβοντας τον σκοτεινιασμένο ουρανό. Από στιγμή σε στιγμή περιμένω νεράιδες να ξεπροβάλλουν μπροστά μου. Σε κάποιες στροφές είμαι σίγουρος ότι ακούω φωνές, τραγούδια και σφυρίγματα. Η λογική λέει ότι φταίει η ζελατίνα του κράνους---που δεν κλείνει καλά---και το τοπίο που παίζει παιχνίδια με την ψυχολογία μου. Καλού-κακού, πάντως, δε θα 'θελα να με πιάσει βράδυ εδώ πάνω.

Κινούμαι με το τελευταίο φως της μέρας. Παρά τον στενό και κακοτράχαλο δρόμο ανεβάζω ρυθμό. Πάω αρκετά γρήγορα. Έχω την αίσθηση ότι κάτι με ακολουθεί πίσω μου, αλλά κάθε φορά που κοιτάζω στους καθρέπτες βλέπω άδειο δρόμο και ομίχλη. Με την τρίχα κάγκελο βλέπω την βλάστηση να αραιώνει λίγο και ένα χωριό να ξεπροβάλει μέσα στο πουθενά. Μικρό, σιωπηλό, πέτρινο, γκρίζο, έρημο. Σπίτια κλειστά, δρόμοι βρεγμένοι, η πλατεία άδεια. Ένας παππούς κάθεται στο υπόστεγο έξω από ένα σπίτι και μου χαμογελάει περίεργα. Βγαίνω από το χωριό και το δάσος επιβάλει πάλι την κυριαρχία του στο δρόμο πνίγοντάς τον ολόγυρα.

Στους καθρέπτες μου εμφανίζεται ένα κόκκινο Ρενό-5. Ο δρόμος είναι σε κακή κατάσταση: Λακκούβες, σπασιματάκια και πολύ χαλίκι σε κάθε στροφή. Πάω αρκετά γρήγορα, αλλά το Ρενό πίσω μου δεν ξεμακραίνει. Ανοίγω το γκάζι περισσότερο. Σε δυο-τρεις στροφές χάνω το πίσω στο χαλίκι και οι σφυγμοί μου ανεβαίνουν. Το Ρενό έχει αρχίσει να απομακρύνεται αλλά ακόμη παραμένει στους καθρέπτες μου. Ο τύπος με κυνηγάει, δεν εξηγείται αλλιώς! Πάω πλέον όσο πιο γρήγορα μπορώ και με δυσκολία καταφέρνω να χαθώ απ' το οπτικό του πεδίο.

Μερικά χιλιόμετρα παρακάτω το δάσος υποχωρεί και σχεδόν αυτόματα η βροχή σταματάει, η ομίχλη κόβεται μαχαίρι και ο ουρανός αρχίζει να καθαρίζει. Φτάνω στον κεντρικό δρόμο---λίγο πριν το Axat---και η ψυχολογία μου παίρνει τα πάνω της. Κόβω ρυθμό και χαλαρώνω. Κίνηση, αυτοκίνητα, μηχανάκια. Καλώς ήρθατε, ξανά, στον κόσμο των ανθρώπων. Κάνει ζέστη. Το κόκκινο Ρενό με φτάνει και με προσπερνά. Στην θέση του οδηγού μια ξανθιά γυναίκα και, μα το Θεό, μπορεί να με γελούν και τα μάτια μου, αλλά εκείνη τη στιγμή θα έπαιρνα όρκο ότι είδα σουβλερά αυτιά!

Κάνω τα τελευταία είκοσι-τριάντα χιλιόμετρα με χαλαρούς ρυθμούς και φτάνω στο κάμπινγκ στο Quillan. Τα παιδιά έχουν φτάσει πριν από λίγο και με περιμένουν. Που ακριβώς χαθήκαμε, πως, και αν τελικά κάναμε την ίδια διαδρομή, ποτέ δεν κατάλαβα. Μπορεί σε κάποια πονηρή διασταύρωση να έστριψα σε μια παράλληλη διάσταση και να πέρασα ξώφαλτσα απ' την νεραιδοχώρα... δεν ξέρω...

Εγώ πάντως δεν τα πιστεύω αυτά τα πράματα.

Lac de Matemale, France, August 16, 2009. Photo by MikeG. Lac de Matemale

5 σχόλια:

Dakota είπε...

Πολύ ωραίο κείμενο, σχεδόν ένιωσα την παγωμένη σκιά από τα δέντρα.

Ανώνυμος είπε...

Γραφε ρε μαλακα γραφε!!!

tai είπε...

ασταδιαλα ρε βλαμενε και ανατριχιασα
διαβαζα και ακουγα απο μακρια Ουυυυυυυ και τριξιματα

γαραφε γραφε

Ανώνυμος είπε...

Μην ανησυχεις ται η λεκανη σου θα ηταν, χαχαχαχχαχαχα.

tai είπε...

και τι??
εκανε Οοουυυυ η λεκάνη???

μπα

αποκλείεται
:-)