13/11/08

Για κάποιο παλαιο-τόμαρο

Από το Mια Φορά κι Έναν Καιρό στο moto.gr:

Κοίτα ρε φίλε να δεις τι γίνεται...

Όταν ένας βέρος αυτονομιστής πίνει πρωί-πρωί τον καπουτσίνο του (με κανελίτσα παρακαλώ, σε αλαβάστρινο φλιτζανάκι) κοιτάζοντας με μισό μάτι το μηχανάκι του---που η μαμά εταιρεία φρόντισε κατά τον πόλεμο να εφοδιάσει με κινητήρες τα μισά αεροσκάφη (και όχι αεροσκάφες) του τρίτου ράιχ, και αργότερα αποφάσισε να εφοδιάσει με αεροσκάφες (και όχι αεροσκάφη) πάνω από τα μισά μέλη του Δικηγορικού Συλόγου Αθηνών. Όταν αυτό το μηχανάκι, μάλιστα, του έχουν δώσει και new age όνομα (και καλά ταξιδευτής του κόσμου, σκληροτράχηλος σαν τουαρέγκ) σετάκι μαζί το βιβλιαράκι της εγγύησης και την παγκόσμια κάρτα μέλους στο κλαμπ των προνομιούχων ελικοφόρων... Ε τότε, κάτι, όσο να' ναι, στραβώνει μέσα του... Βάζει λοιπόν το πολύ άγριο και χαρντ-κορ μοτοκροσάδικο κρανάκι του (αντάρτης των πόλεων κι έτσι, ασορτί με τα γυαλιά, κατάλληλα για αμμοθύελλα στην έρημο τενερέ) και πάει έτσι στραβωμένος να μοιράσει την πιο ιν λαιφ-σταιλ φυλάδα στα πιο χοτ στέκια των Αθηνών. Εκεί ένας αλήτης του κλέβει το ταπεράκι με τα γεμιστά. Είναι φυσικό λοιπόν να αναφωνήσει (από μέσα του, βέβαια) "Venceremos σύντροφοι" και να τα βάλει με κάθε μπάτσο και ανθυπομπάτσο της ευρύτερης περιοχής (αφού πρώτα σκεφτεί, χωρίς να το παραδεχθεί φυσικά ούτε στον εαυτό του, "εγώ μπάτσος, γιατί δεν έγινα?")

(Oποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα είναι, προφανώς, συμπτωματική)

12/11/08

Αφιερωμένο στο Μονόλυκο

Από το Mια Φορά κι Έναν Καιρό στο moto.gr:

Σουρούπωνε. Χάιδεψε τα ασπρισμένα γένια του κοιτάζοντας κάτω την πεδιάδα. Εκεί κάποτε ήταν η πόλη. Αλλά πάει καιρός από τότε. Πολύς καιρός. Ούτε θυμάται πόσα χρόνια πριν είχε ξυριστεί για τελευταία φορά. Τα ρούχα του, μπάλωμα στο μπάλωμα, είχαν γίνει αγνώριστα και στα πόδια του οι μπότες είχαν αρχίσει να διαλύονται. Έχει βρει την είσοδο στο εγκαταλελειμμένο ορυχείο, χαμένη στην καρδιά του βουνού, σε ένα παλιό χάρτη---όταν ο κόσμος είχε ήδη αρχίσει να παίρνει την κάτω βόλτα. Ελάχιστοι το γνώριζαν και αυτοί σε λίγο θα χανόταν είχε σκεφτεί τότε. Του μπήκε η ιδέα να αφήσει πίσω του τα πάντα, να μαζέψει όσες προμήθειες μπορούσε και να περάσει τα τελευταία του χρόνια εκεί. Ήταν το μόνο που μπορούσε να κάνει για να κρατήσει την ελπίδα ζωντανή. Θεματοφύλακας του κόσμου όπως κάποτε ήταν έλεγε στον εαυτό του, χαζογελώντας με την ειρωνεία της κατάστασης. Κάποιοι, κάπου, θα γλίτωναν. Θα τον έβρισκαν. Η θα τους έβρισκε αυτός. Το παιχνίδι θα ξανάρχιζε απ' την αρχή. Φτάνει να διασώσει αυτά που είχαν σημασία. Μια μικρή σιδερένια κιβωτός. Είκοσι χρόνια είχαν περάσει; Μπορεί και παραπάνω... Οι άνθρωποι εκεί κάτω είχαν κυλίσει στον πρωτογονισμό... Κάποτε η εξέλιξη παίρνει ανάποδο δρόμο, πισωγυρίζει, χωρίς κανείς να ξέρει γιατί και αυτό που είχε μείνει από τον "κυρίαρχο του πλανήτη" δεν ήταν πια ούτε καν ζωώδες... κανένα ζώο δεν τρώει τη ράτσα του. Αγέλες χωρίς δομή, χωρίς νόηση, χωρίς οίκτο.

Τον τελευταίο καιρό όλο και ανέβαιναν περισσότερο στο βουνό. Είχαν μάθει να ακολουθούν ίχνη. Και αυτός έπρεπε να κατεβαίνει όλο και χαμηλότερα για προμήθειες. Να παίρνει όλο και περισσότερα ρίσκα. Δεν θα του έβγαινε σε καλό. Σήμερα το είχε παρακάνει και σε όλο τον δρόμο της επιστροφής ήταν σίγουρος ότι κάτι τον είχε πάρει στο κατόπι. Τη μέρα συνήθως δεν τολμούσαν να ξεμυτίσουν αλλά η απόγνωση μπορεί να τα είχε σπρώξει κόντρα στη φύση τους. Προσπάθησε να καλύψει τα ίχνη του όσο καλύτερα μπορούσε πλησιάζοντας στο ορυχείο με το τελευταίο φως της μέρας να αργοσβήνει. Μπήκε μέσα και κάλυψε την είσοδο. Την νύχτα δεν μπορούσε να κάνει κάτι παρά να περιμένει. Πάλι δεν είχε βρει πετρέλαιο. Το ελάχιστο που είχε απομείνει ίσα που θα κρατούσε τη λάμπα αναμμένη για το βράδυ. Κοίταξε τα λιγοστά υπάρχοντά του καθώς άναβε τη φωτιά. Στη γωνιά, κάτω από κλαριά και μουσαμάδες, προφυλαγμένη όσο καλύτερα μπορούσε, η μοτοσυκλέτα που τον είχε φέρει μέχρι εκεί. Παροπλισμένη, να αργοπεθαίνει, χωρίς ελπίδα πια κάποτε να ξαναζωντανέψει. Δίπλα της ένα σιδερένιο κουτί. Η κιβωτός, όπως την έλεγε. Ό,τι είχε απομείνει με νόημα. Αυτά που θα μπορούσαν να ξαναζωντανέψουν τον ανθρώπινο πολιτισμό. Αυτά που ήταν εδώ να φυλάει. Άνοιξε μια κονσέρβα για βραδινό και άρχισε να γράφει κάτι στο μισοδιαλυμένο σημειωματάριο.

. . . . . . .

Η γκαζόλαμπα σιγά-σιγά έσβησε. Οι θόρυβοι απ' έξω πλησίαζαν. Ήξερε ότι σήμερα δεν θα ήταν σαν τα άλλα βράδια. Απόψε δεν θα την έβγαζε καθαρή. Σκάλισε τα μισοσβησμένα κάρβουνα που είχαν μείνει στη φωτιά---να φωτίσει λίγο---και κοίταξε μέσα στην κιβωτό. Κοίταξε τα δυο πράγματα για τα οποία είχε απαρνηθεί τα πάντα. Αυτά, πίστευε κάποτε, θα ξαναφούντωναν τη φλόγα του πολιτισμού. Κάποτε... Όταν ερχόταν η ώρα... Σαν τα κάρβουνα στη φωτιά. Τώρα ήξερε ότι όλα ήταν ένα ρομαντικό όνειρο. Η τελευταία μπουκάλα τσίπουρο και το τελευταίο σετ κυλινδροπίστονα για Άφρικα. Θα χανόταν μαζί του κι αυτά, μαζί με κάθε ελπίδα. Άνοιξε την μπουκάλα και έβαλε στο κύπελλο. Μύρισε το διάφανο υγρό και όλη του η ζωή σαν να πέρασε μπροστά απ' τα μάτια του.

- "Πάντα τέτοια", ψιθύρισε και ήπιε για τελευταία φορά.