12/7/08

Λογοτεχνική (τρομάρα της) παρτούζα

Αυτόν τον καιρό παίζεται ένα πρόστυχο παιχνίδι στο moto.gr. Το όνομά του είναι "Λογοτεχνική Παρτούζα" και έχει πολύ χύσιμο.

Τη σκυτάλη εδώ την έχει ο ατελείωτος Γιώργης, κατά κόσμο gcrook:

...Το μοτίβο πρώτη-δευτέρα-φρένα επαναλαμβάνεται δύο ή τρεις φορές. Έχω καταντήσει το πιόνι σε μια τεράστια σκακιέρα και περιμένω πως-και-πως να αδειάσει μπας και ρίξω και 'γω κάνα πούτσο στην Βασίλισσα. Η έστω στον Βασιλιά... αρκεί να με κάνει να τον κυνηγήσω αρκετά.

To δεξί μου χέρι χουφτώνει το γκρίπ του γκαζιού λίγο πιο δυνατά απ' ότι θα έπρεπε και προδίδει τις προθέσεις μου: "Μια γαμωευθεία ρε παιδια!", "το βασίλειό μου για μια γαμωευθεία" φωνάζω καθώς διασχίζω την κίνηση και οι δυο γκλαμουράτοι νεαροί στο κάμπριο δίπλα μου ντυμένοι στα άσπρα, σαν να επέστρεψαν από το πανελλήνιο συνέδριο γαλατάδων, ξαφνιάζονται και μετά χαμογελούν συγκαταβατικά.

"Α ρε μάγκες", σκέφτομαι, "εσείς πήζετε πιο άσχημα" και ανοίγοντας την ζελατίνα τραβάω μια γερή τζούρα βραδινής υγρασίας από το στόμα για να πνίξω την κηροζίνη που με πότισαν προ ολίγου.

Κάπου στο βάθος της λεωφόρου... μια ελπίδα! Όλα, η κίνηση, φαίνεται να εξαφανίζονται μυστηριωδώς. Όλος αυτός ο κόκκινος φωτεινός όγκος, υποχωρεί όπως-όπως βουτώντας με μανία---έτσι μου φάνηκε---σε μια δεξιά κατηφορική στροφή, μέχρι να χαθούν τα ίχνη τους.

"Που πάνε ρε πούστη μου όλοι αυτοί, κουπόνια βενζίνης χαρίζουν;" και καθώς πλησιάζω την διασταύρωση στο οπτικό μου πεδίο μπαίνει σφήνα μια τεράστια φωτεινή ταμπέλα: "Club Bakouribas" γράφει και τα φωτεινά λαμπάκια που τρεμοσβήνουν υπονοούν ότι εκεί μέσα θα πρέπει να πέφτει πολύ γαμήσι.

"Μπράβο παιδιά, μπράβο", φωναζω, "όλοι στο κλαμπ" καθώς αυνανίζω το γκριπ για το άγριο σεξ που θα ακολουθήσει και περιμένω πως-και-πως να πάρω το δεξί πόδι μου από τον δρόμο μια και καλή και να του αγοράσω εισιτήριο διαρκείας για το μασπιέ.

Το διπλανό πεζό-106 σχεδόν ξεχειλίζει από πέντε νεαρές κοπελίτσες που φάνονται να διασκεδάζουν με αυτό που ακούν και βλέπουν. Με κοιτούν με ένα χαμόγελο και μου έρχονται στο μυαλό οι στίχοι από το "fuck like a beast" .Το σιγοσφύριξα για λίγο κοιτώντας τες στα μάτια εναλλάξ και η ζελατίνα θόλωσε, ελάχιστα. Μια από αυτές έκλεισε βιαστικά το παράθυρο.

Ο δρόμος πλέον είχε ανοίξει για μένα. Το σώμα μου πήρε την γνωστή θέση του πάνω στην μοτοσυκλέτα και μια σπασμένη τρίτη μετά το μηχανάκι με ευγνωμονούσε. Άφησα πίσω μου την λαμπερή κηδεία και πλέον έφτιαχνα τις εικόνες που ήθελα. Τα φώτα της μοτοσυκλέτας ήταν αυτά που έδιναν υφή και υπόσταση στο μαύρο χαλί και το δεξί μου χέρι έπαιζε με την ταχύτητα και την ένταση των καρέ της ταινίας που εκτυλισσόταν μπροστά μου.

Πήρα την τελευταία βαθιά ανάσα, "και τώρα, μάγκα μου", σκέφτηκα "θα..." και μια παχιά σταγόνα προσγειώθηκε στη ζελατίνα, "...ρίξουμε ένα γερο κατούρημα" .

Σταμάτησα σε ένα σκοτεινό πάρκινγκ. Μια νταλίκα αραγμένη όπως-όπως με την πόρτα ανοιχτή. Δεν ήταν κανείς μέσα. Παραδίπλα ένας τύπος, πλάτη σε μένα, κατούραγε και σιγοσφύριζε εύθυμα. Πλησίασα.

Μετά τη σκυτάλη την παίρνει η αφεντιά μου:

Ρίχνω μια ματιά στον ουρανό--σ΄αυτό το πράμα τέλος πάντων που λένε ουρανό στο κωλομέρος που βρέθηκα κι εγώ καλά-καλά δεν θυμάμαι πως: Μπόλικα σύννεφα που απ' τα φώτα της πόλης μοιάζουν με πορτοκαλί ξερατά. Απ' τα κενά που-και-που φεγγίζουν κανά δυο αστεράκια θυμίζοντάς μου... άστα τώρα. Την κωλοβροχή πάντως μπορεί και να την γλιτώσουμε.

Πλησιάζω την γωνιά του πάρκιν, να κάνω τη δουλειά μου, με προσεκτικά βήματα, αποφεύγοντας τα πεταμένα προφυλακτικά που ποιος ξέρει πόσα τραβέλια έβγαλαν μ' αυτά μεροκάματο σήμερα. Κοζάρω την πλάτη του νταλικιέρη. Απ' το πολύ τιμόνι έχει γίνει σαν του κουσιμόδου και χειρότερη.

"Τον πούστη τον συγγραφέα", σκέφτομαι, "χάθηκε να με βάλει σε καμιά τσόντα και να σταματάω για κατούρημα σε ένα πάρκινγκ με θεόμουνα που έχουν χάσει το δρόμο και ζητούν οδηγίες, έτοιμες να ανταμείψουν αυτόν που θα της βοηθήσει με σαρκικές ηδονές που θα έκαναν αρχιεπίσκοπο να αποφασίσει ότι έχει διαλέξει λάθος καριέρα?". Άστο καλύτερα... σ' αυτά τα αζιμούθια τέτοια πράματα δεν παίζουν. Πριν διώξω την ιδέα από το μυαλό μου ξαναρίχνω μια ματιά στην πλάτη του νταλικέρη και μια αηδία μου ανακατεύει το στομάχι απ' τον αναπόφευκτο συνειρμό.

- "Έρχεσαι από μακριά φιλαράκι?", μου λέει
- "Δεν λες τίποτα!"
- "Και πως βρέθηκες σ' αυτό το κωλομέρος?"
- "Άστα ξέμεινα..."

Αν ξέμεινα, λέει... Ώρες-ώρες με πιάνει μελαγχολία όταν σκέφτομαι από που ξεκίνησα και πως ένα-δυο λάθη με έριξαν στην άκρη του πουθενά να περνάω τα χρόνια μου καβάλα σ' αυτό στο διάολο με δυο ρόδες. Τουλάχιστον όταν ανοίγω το γκάζι η κατάσταση γίνεται λίγο πιο υποφερτή. Μπορεί να είναι τα φώτα που τρεμοπαίζουν και η ταχύτητα που τα κάνει να μοιάζουν με τόσο γνώριμες πολύχρωμες δίνες. Μπορεί να είναι το βούισμα του κινητήρα που μου φέρνει στο μυαλό αναμνήσεις που εδώ και χρόνια έχω αποφασίσει να πείσω τον εαυτό μου να ξεχάσει. Πριν τέσσερα-πέντε χρόνια πίστευα, ή μάλλον έλπιζα---γιατί η πουτάνα η ελπίδα, όπως λένε οι ντόπιοι, πεθαίνει τελευταία---ότι κάποτε θα την κάνω από 'δώ. Τώρα πια έχω ξεχάσει τέτοιου είδους αυταπάτες. Μπορεί να είναι και καλύτερα έτσι...

Μαζεύω τα ρούχα μου και καβαλάω το μηχανάκι. Πριν βάλω το κράνος σαν το μάτι μου να πιάνει μια περίεργη λάμψη κάτω από το μουσαμά της νταλίκας... Δεν βαριέσαι, ιδέα μου θα 'ναι. Δεν θα είναι η πρώτη φορά άλλωστε...

Πατάω τη μίζα και το γουργουρητό του κινητήρα φέρνει μια γλυκιά ανατριχίλα στην ραχοκοκαλιά μου. Την βροχή την γλυτώσαμε, να δούμε πως θα την βγάλουμε κι αυτό το βράδυ, σκέφτομαι καθώς μπαίνω στον δρόμο και ανοίγω το γκάζι...

Τα υπόλοιπα στο γνωστό χαμαιτυπείο...

Δεν υπάρχουν σχόλια: