10/3/08

Η μοτοσυκλέτα είναι αντρική υπόθεση

Το παρακάτω είναι ένα από τα χιουμοριστικά διαμάντια του Γιώργη (κατά κόσμο gcrook) που, μαζί με ένα-δυο άλλα παρόμοια κειμενάκια, απλά δεν μου πάει η καρδιά να τα αφήσω θαμμένα σε κάποιο θρεντ του moto.gr. Απολαύστε το...

Ήταν μια εξαιρετικά καυτή μέρα του Ιουλίου. Μας βρήκε, όπως συνηθίζαμε τον τελευταίο καιρό, έξω από την πίστα των Μεγάρων με τη γνωστή τρελλοπαρέα. Περιμένοντας να τελειώσει το αδερφίστικο γυναικωτό γκρουπ των αρχάριων για να μπούμε στους βαρβάτους αγωνιζόμενους---που και μόνο η εσάνς της βαρβατίλας που αποπνέουν είναι ικανή να αφήσει γυναίκα έγκυο στο χιλιόμετρο και να φέρει σε οργασμό καλόγρια μόνο με τη σκέψη---χαζολογούσαμε με την παλιοπαρέα.

Τα γνωστά, όχι τίποτα σπουδαίο: Κλάναμε, ρευόμασταν και φτύναμε---πιο επιδεικτικά όταν περνούσε γυναίκα από μπροστά μας, η οποία έφευγε τρέχοντας με κλάματα κάτω από τα γέλια και τις αγριοφωνάρες μας. Αφού ήπιαμε και την τελευταία αντρίκεια μπύρα με 80% αλκοόλ (που βασικά ήταν ένα μείγμα μπύρας, κηροζίνης, ταμπάσκο και 10W40 φουλ συνθέτικ) και βιντεοσκοπήσαμε ένα πολύ καλό πυροκλανίδι του Κώστα μέσα από τα δέρματα (που τον άφησε με εγκαύματα δεύτερου βαθμού στο 50% του σώματός του) μπήκαμε στην πίστα.

Ανεβάσαμε γρήγορα ρυθμό, παρότι οι 57 βαθμοί Κελσίου που επικρατούσαν στη πίστα σκότωσαν όλους τους συμμετέχοντες μετά τον τρίτο γύρο. Από καθαρό πείσμα στον καύσωνα---και μέσα σε μια έξαρση αντρικής τιμής και βαρβατίλας---είχαμε αποφασίσει, από πριν, πάνω από τα δέρματα να φορέσουμε 3 μάλλινα πουλόβερ. Στο τέλος του σέσιον, μάλιστα, είχαμε κανονίσει να μετρήσουμε και τα πουλιά μας με μεζούρα, αμέσως μετά τον διαγωνισμό χλεμπώνας. Δυστυχώς είχαμε φέρει μόνο μια μεζούρα και δεν θα έφτανε, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία.

Όπως έλεγα λοιπόν, έχω αφήσει πίσω τα παιδιά, μιας και γύρναγα στο μηδέν και ένα και δυο και τρία και τέσσερα παιδιά, αφήνοντας μια μαύρη γραμμή λιωμένου ελαστικού στο διάβα μου. Ξαφνικά ένιωσα ένα μηχανάκι πίσω μου στην έξοδο της Κ6, εκεί που τα είχα σκάσει κανονικά και η γκαζιέρα ούρλιαζε για έλεος μέσω της τεράστιας μπούκας μου που ξέρναγε φωτιές και άλλα πράγματα ακατονόμαστα και αυστηρώς ακατάλληλα για μικρά παιδιά. "Κοίτα", λέω από μέσα μου, "που τα κουλάδια με έφτασαν" και πριν προλάβω να τελειώσω την σκέψη μου ένα ροζ σούπερσπορτ, αγνώστων λοιπών στοιχείων, έσκασε μια γκαζιά δυνατή στην μεγάλη ευθεία και με έναν ήχο που θύμιζε χίλιες παρθένες να καίγονται στην πυρά, με φιλοδώρησε με ένα γκρι σύννεφο σκόνης και μερικά χαλικάκια καρφωμένα στα κατάμαυρα φαίρινγκ μου.

Σκύλιασα! Ο Αττίλας έμοιαζε με πάουερπαφ γκερλ μπροστά μου. "Μα ποιος τολμάει να μου τα σκάει στην έξοδο έτσι; Εμένα, που στα συνεργεία δεν τολμάνε ούτε να ψιθυρίσουν το όνομά μου χωρίς να γίνει σεισμός και που τις φωτογραφίες μου τις κοιτάνε μόνο κάτω από το φεγγαρόφως, μέρα Κυριακή, στις 13 του μήνα, γύρω στις μια το βράδυ (να μην ξεχάσω να γράψω το LOST) για να μην μετατραπούν σε στήλη άλατος;" Άνοιξα το γκάζι 5 στροφές, η ντίζα έγινε τιρμπουσόν και ξεχύθηκα σαν σπερματοζωάριο κοκαϊνομανούς πορνοστάρ.

Στην είσοδο της Κ8 τον πρόλαβα και κόλλησα πίσω του. Δεν ήταν κάποιος γνωστός μου. Μόνο του χαρακτηριστικό γνώρισμα, εκτός από την κατάμαυρη φόρμα, ήταν τα ξανθά μακρυά μαλλιά. Άντρας με μακρυά μαλλιά!!!! Ο τελευταίος που πέρασε από μπροστά μου τινάζοντας τα μαλλιά του έφαγε χλεμπώνα στο στήθος και πέθανε από πνευμονικό οίδημα. Παλιοχίπηδες... Αν οι άντρες, στην τελική, ήταν από την φύση τους να έχουν μακρυά μαλλιά, σκέφτηκα, γιατί και οι γυναίκες να μην φυτρώσουν αρχίδια; Γέλασα μέσα από το κράνος για λίγο και μετά έσκυψα και ευθύς σοβαρεύτηκα, γιατί ο τυπάς μπροστά είχε αρχίσει να μου κάνει διάφορα. Αποφάσισα να τα παίξω όλα για όλα, γιατί ο τύπος δεν αστειευόταν. Τα 'σκασα τόσο άσχημα που ο ουρανός μαύρισε και άρχισε να βρέχει αίμα και βατράχια. Πηγαίναμε δίπλα-δίπλα οπότε αποφάσισα να του κάνω νόημα να κόψει για να δω επιτέλους ποιος είναι. Σήκωσα τη ζελατίνα και φώναξα "σε ξερω;" Η ζελατίνα του τύπου άνοιξε και έμεινα στήλη άλατος όταν άκουσα μια γυναικεία φωνή να μου τρυπάει τα αυτιά: "Μπορείς να κάνεις στη μπάντα γιατί μου χαλάς το γυρολόγιο ρε μπήχτη;"

Δεν ξέρω αν το σκάσιμο του κινητήρα με οδήγησε στα χωράφια ή αν βγήκα πρώτα και μετά το μηχανάκι έγινε σώβρακο. Από την στιγμή που άκουσα γυναικεία φωνή, μέχρι την στιγμή που σηκώθηκα, μεσολάβησε κάποιο χρονικό διάστημα κατά το οποίο όλα ήταν θολά. Σηκώθηκα τινάζοντας τη σκόνη από πάνω μου, έφερα μια μέσα τον ώμο μου που είχε βγει για 24η φορά, καβάλησα το μηχανάκι και βγήκα στα πιτς.

Τα παιδιά ήταν εκεί βουβά αλλά δεν κοίταζαν εμένα. Πλησίασα και ο Αλέξης, με τρεμάμενο χέρι, μου έδειξε μια ξανθιά κοπελα στα πιτς λέγοντας: "γ... γ... γ... γυναίκα!!!" Έμεινα αποσβολωμένος να κοιτάζω εκείνο το πράγμα, το αποτέλεσμα της λάθος τοποθέτησης Χ και Ψ στην αλυσίδα του Ντι-Εν-Ει που οι επιστήμονες το ονόμασαν "θήλυ", να μου κλείνει το μάτι περιπαικτικά και να μου λέει: "Σου άρεσε μάγκα η ψωλιά που έφαγες;" Στο άκουσμα αυτών ένοιωσα έναν φριχτό πόνο στα αυτιά, όλα μαύρισαν για λίγο και έπεσα στα γόνατά μου βαριανασαίνοντας. Τα παιδιά είχαν μετατραπεί σε μαυροφορούσες αρχαίας τραγωδίας και έτριβαν κάρβουνο στα μούτρα τους υψώνοντας το βλέμμα στον ουρανό μοιρολογώντας.

Σαν χτικιό κατευθύνθηκα προς την μηχανή, έβαλα μπρος και έφυγα. Ένιωθα πιο κενός και από μήτρα μετά την επίσκεψη στο μαιευτήριο όταν αποφάσισα, μετά από κάποια χιλιόμετρα εθνικής που δεν κατάλαβα πως έφυγαν, να σταματήσω κάπου στο κέντρο για ένα τσιγάρο να ξεθολώσω. Το μυαλό μου τριβέλιζε η ίδια σκέψη: Πως είναι δυνατό μια γυναίκα να καβαλάει μηχανή, καταρχάς; Κατά δεύτερο, πως είναι δυνατό να κάνει γυρολόγιο σαν το δικό μου; Τι διάολο έκτρωμα της φύσης ήταν τούτο; Πάντα θυμάμαι τον εαυτό μου να βλέπει εφιάλτες, μετά από ένα γερό μεθύσι, με τερατόμορφες γυναίκες, τρια μέτρα ψηλές, με σουβλερά δόντια και παντελόνια, να με βάζουν στην κουζίνα να πλένω πιάτα, ενώ εκείνες έβλεπαν ποδόσφαιρο. Πάντα ξυπνούσα καταϊδρωμένος και ήθελα 7 πούρα και 5 φραπέδες με βοτκα για να συνέλθω. Αλλά τώρα δε μιλάμε για όνειρο. Μιλάμε για ένα θλιβερό γεγονός...

Τις σκέψεις μου έσπασε ένας συνδυασμός μαγευτικών αρωμάτων που δεν κατάλαβα από που ερχόντουσαν. Κοίταξα τριγύρω μου και συνειδητοποίησα ότι είμαι έξω από ένα Υβόννη Στορ. Έκανα να φύγω παρεξηγημένος που τόλμησα και έκατσα έξω από το "άνδρο της φερεμόνης", όπως περιπαικτικά αποκαλούσαμε τέτοια μαγαζιά με την παρέα πριν τους βάλουμε φωτιά---μια πράξη που μας καθιέρωσε σαν στελέχη στην ΜΠΙΤΣ (Μέριμνα Προς Ιδίους Τσάτσους Συνδεσμολόγους), μια οργάνωση που κανένας δεν κατάλαβε ποτέ τι σημαίνει και τι προασπίζεται. Σύνθημά μας: "Αν είναι γυναικείο, είναι στάνταρ μαλακία και λίγα λες".

Βέβαια δεν το κούνησα ρούπι. Όλα αυτά τα χρώματα και τα αρώματα μου δημιουργούσαν ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα. Άναψα και άλλο τσιγάρο, αυτή τη φορά παίρνοντας βαθειές τζούρες εναλλάξ. Όταν ήρθε η ώρα να καβαλήσω να φύγω, ένιωσα σαν να άφηνα πίσω μου ένα πολύ αγαπημένο πρόσωπο.

Φτάνοντας στο σπίτι έβγαλα βιαστικά τα δέρματα και τα πέταξα, έτσι όπως τα έβγαλα, στην καρέκλα, όπως συνήθως. Γύρισα αλλά σαν κάπως να μου φάνηκαν τσαλακωμένα... δεν ξερω. Τα σιδέρωσα με το χέρι και τα ξαναάφησα στη καρέκλα, άλλα κάτι δεν φαινόταν σωστό. Σαν να χάλαγαν την εικόνα του καθαρού και συγυρισμένου δωματίου (άσχετα αν απείχε έτη φωτός απ' το "συγυρισμένο") και έτσι αποφάσισα να τα βάλω στην κρεμάστρα και μέσα στη ντουλάπα. Μου φάνηκε πιο λογικό έτσι, ασχέτως αν την επόμενη θα τα ξαναέβγαζα για να ξαναπάω πίστα. Σειρά είχε το ντους. Κάτω από το καυτό νερό ένιωσα όλες τις σκέψεις που με ταλάνιζαν να φεύγουν από πάνω μου. Συνήθως εμείς οι άντρες δεν χρησιμοποιούμε σαπούνι, ούτε καν ζεστό νερό. Τριβόμαστε με παγάκια κατευθείαν και βγαίνουμε στα χιόνια για πουσάπς. Αλλά σήμερα ήθελα να νιώσω την ίδια αίσθηση με πριν στα Υβόννη. Άνοιξα το ντουλάπι και βρήκα κάτι παλιά αρωματικά σαπουνάκια της πρώην, που δεν θυμόμουν το όνομά της---άλλωστε χωρίσαμε πριν από δυο μέρες και ποιος θυμάται τέτοια πράγματα---και τα έριξα όλα μέσα στην μπανιέρα.

Το άρωμα που αναβλήθηκε πυροδότησε άπειρες εγκεφαλικές συνάψεις, που η μπύρα όλα αυτά τα χρόνια είχε αδρανήσει, με αποτέλεσμα να βλέπω χρώματα και σχέδια περίεργα όπως μπλε κύκλους σε μωβ τρίγωνα να περιστρέφονται σε πολύχρωμα ψηφιδωτά και, που και που, κομήτες με τα χρώματα του ουράνιου τόξου να συγκρούονται σε αυτά και να δημιουργούν ένα πυροτέχνημα γεμάτο εικόνες και μυρωδιές. Πρέπει να έκατσα πολλή ώρα στο μπάνιο κάτω από το καυτό νερό γιατί όταν βγήκα και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη μπορούσα να διακρίνω μέσα στο στομάχι μου το χάμπουργκερ, έτσι όπως το καταβρόχθισα το μεσημέρι, να κολυμπάει μέσα σε μια θάλασσα μεξικάνικου εντσιλάδα και μικρά κομμάτια πίτσας να αναδύονται.

Με το που βγήκα πήγα κατευθείαν στην κουζίνα, άνοιξα το ψυγείο και άρπαξα μια μπύρα. Με το που άνοιξα το καπάκι μου ήρθε μια αναγούλα από την μυρωδιά της παγωμένης μπύρας. Σκέφτηκα οτι μάλλον θα είχε χαλάσει, ή οτιδήποτε, και άνοιξα άλλη μια και άλλη μια, άλλα με το ίδιο αποτέλεσμα για τα ρουθούνια μου, τα οποία είχαν γίνει τόσο υπερευαίσθητα που έτσουζαν. "Θεέ μου, σαν γυναικεία ρουθούνια", συλλογίστηκα και από την ταραχή μου ξέρασα. "Χριστέ μου", αναφώνησα αυθόρμητα, "καλέ το χαλί", κάτι που με έκανε να ξαναξεράσω τόσο δυνατά που ο εμετός πότισε και το υπόλοιπο χαλί. Άρχισα να τρέχω προς το δωμάτιο όπου κλειδώθηκα ανασαίνοντας βίαια με την καρδιά μου σαν να θέλει να σπάσει... "Τι μου συμβαίνει", είπα και "κοίτα καλέ πόση σκόνη έχει πάνω του το σύνθετο" και με το που το ξεστόμισα ένοιωσα πάλι εκείνον τον πόνο να μου τρυπάει το κεφάλι.

Σήκωσα απεγνωσμένα το τηλέφωνο και πήρα τον κολλητό μου για να ακούσω μια γνώριμη φωνή, να μου πει κάποιος ότι δεν είμαι τρελός, γιατί είχα απελπιστεί. Έβαλα το θερμόμετρο στο στόμα κατάπια και 3 ντεπόν και σχημάτισα τον αριθμό με το μικρό δαχτυλάκι βρίζοντας ταυτόχρονα χυδαία όλους τους Αγίους από Ψ, έτσι για να έχω κάτι να σκέφτομαι. Ο Νώντας στην άλλη μεριά της γραμμής απάντησε.

-Έλα ρε Νώντα, εγω είμαι ρε μαλάκα. Δεν είμαι και πολύ καλά και θέλω να σου μιλήσω.
-Έλα ρε μαν, πέστο, τι έχεις, τι σου συμβαίνει;
Και ενώ είχα τόσα πολλά να του πω, οι λέξεις που αυθόρμητα βγήκαν από το στόμα μου δεν ξέρω ποιον από τους δυο μας ξάφνιασαν πιο πολύ:
-Να ρε συ... η μυρωδιά του εμετού από το χαλί φεύγει με γάλα ή να το τρίψω με πράσινο σαπούνι;

Η παύση που ακολούθησε δεν διήρκεσε πολύ και με μια κίνηση έκλεισα το τηλέφωνο.

Σαν βουβός κατευθύνθηκα στο σαλόνι και άνοιξα την τηλεόραση. Ύπνος δεν με έπιανε και έτσι σκέφτηκα ότι το καλύτερο θα ήταν να αποβλακωθώ για λίγο μπας και μου περάσει. Άνοιξα την ΤιΒι αλλά έπιανε μόνο Νετ (κάποιο πρόβλημα με την κεραία, όπως έμαθα αργότερα) και εκείνη την ώρα έπαιζε την αμερικάνικη σειρά "Σεξ Εν Δε Σιτι". Αηδιασμένος πήγα να κλείσω την τηλεόραση και να πέσω για ύπνο αλλά κάτι με παρότρυνε να παρακολουθήσω εκείνη την αλλόκοτη ιστορία των τριών γυναικών που ζούνε στην Νεα Υόρκη και είναι πολύ ξενέρωνες για να τις πηδήξει κάποιος. Μετά από λίγα λεπτά έπιασα τον εαυτό μου να συμπάσχει με το δράμα των τριών ξενέρωτων, αγάμητων, με καριέρα γυναικών, που δεν ξέρουν αν θέλουν να νιώσουν αγάπη ή κάνα καδρόνι εξ Αφρικής στα σκέλια τους. Πήρα αγκαλιά το μαξιλάρι και άκουσα μια φωνή από μέσα μου: "Ήρθε η ώρα... απελευθερώσου... θα σωθείς!" και μέσα σε ένα κύμα αρωμάτων, συναισθημάτων, χρωμάτων και άλλων ροζ πραγμάτων ξέσπασα σε έναν λυγμό που διήρκεσε ώρες και που η έντασή του αυξομειώνονταν ανάλογα με το χρώμα των σοκολατακίων που καταβρόχθιζα, καθώς παρακολουθούσα "Σεξ Εν Δε Σιτι".

Σύντομα ο Μορφέας με πήρε στην αγκαλιά του και εκείνο το βράδυ ονειρεύτηκα πολύχρωμα πόνυ να ανταλλάσσουν κορδέλες και να πίνουν τσάι σε καταπράσινους λόφους.

Το πρωι που ξύπνησα αποφάσισα να μην ξαναπάω ποτέ στη μπίστα.

Καργιόλες!