13/11/08

Για κάποιο παλαιο-τόμαρο

Από το Mια Φορά κι Έναν Καιρό στο moto.gr:

Κοίτα ρε φίλε να δεις τι γίνεται...

Όταν ένας βέρος αυτονομιστής πίνει πρωί-πρωί τον καπουτσίνο του (με κανελίτσα παρακαλώ, σε αλαβάστρινο φλιτζανάκι) κοιτάζοντας με μισό μάτι το μηχανάκι του---που η μαμά εταιρεία φρόντισε κατά τον πόλεμο να εφοδιάσει με κινητήρες τα μισά αεροσκάφη (και όχι αεροσκάφες) του τρίτου ράιχ, και αργότερα αποφάσισε να εφοδιάσει με αεροσκάφες (και όχι αεροσκάφη) πάνω από τα μισά μέλη του Δικηγορικού Συλόγου Αθηνών. Όταν αυτό το μηχανάκι, μάλιστα, του έχουν δώσει και new age όνομα (και καλά ταξιδευτής του κόσμου, σκληροτράχηλος σαν τουαρέγκ) σετάκι μαζί το βιβλιαράκι της εγγύησης και την παγκόσμια κάρτα μέλους στο κλαμπ των προνομιούχων ελικοφόρων... Ε τότε, κάτι, όσο να' ναι, στραβώνει μέσα του... Βάζει λοιπόν το πολύ άγριο και χαρντ-κορ μοτοκροσάδικο κρανάκι του (αντάρτης των πόλεων κι έτσι, ασορτί με τα γυαλιά, κατάλληλα για αμμοθύελλα στην έρημο τενερέ) και πάει έτσι στραβωμένος να μοιράσει την πιο ιν λαιφ-σταιλ φυλάδα στα πιο χοτ στέκια των Αθηνών. Εκεί ένας αλήτης του κλέβει το ταπεράκι με τα γεμιστά. Είναι φυσικό λοιπόν να αναφωνήσει (από μέσα του, βέβαια) "Venceremos σύντροφοι" και να τα βάλει με κάθε μπάτσο και ανθυπομπάτσο της ευρύτερης περιοχής (αφού πρώτα σκεφτεί, χωρίς να το παραδεχθεί φυσικά ούτε στον εαυτό του, "εγώ μπάτσος, γιατί δεν έγινα?")

(Oποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα είναι, προφανώς, συμπτωματική)

12/11/08

Αφιερωμένο στο Μονόλυκο

Από το Mια Φορά κι Έναν Καιρό στο moto.gr:

Σουρούπωνε. Χάιδεψε τα ασπρισμένα γένια του κοιτάζοντας κάτω την πεδιάδα. Εκεί κάποτε ήταν η πόλη. Αλλά πάει καιρός από τότε. Πολύς καιρός. Ούτε θυμάται πόσα χρόνια πριν είχε ξυριστεί για τελευταία φορά. Τα ρούχα του, μπάλωμα στο μπάλωμα, είχαν γίνει αγνώριστα και στα πόδια του οι μπότες είχαν αρχίσει να διαλύονται. Έχει βρει την είσοδο στο εγκαταλελειμμένο ορυχείο, χαμένη στην καρδιά του βουνού, σε ένα παλιό χάρτη---όταν ο κόσμος είχε ήδη αρχίσει να παίρνει την κάτω βόλτα. Ελάχιστοι το γνώριζαν και αυτοί σε λίγο θα χανόταν είχε σκεφτεί τότε. Του μπήκε η ιδέα να αφήσει πίσω του τα πάντα, να μαζέψει όσες προμήθειες μπορούσε και να περάσει τα τελευταία του χρόνια εκεί. Ήταν το μόνο που μπορούσε να κάνει για να κρατήσει την ελπίδα ζωντανή. Θεματοφύλακας του κόσμου όπως κάποτε ήταν έλεγε στον εαυτό του, χαζογελώντας με την ειρωνεία της κατάστασης. Κάποιοι, κάπου, θα γλίτωναν. Θα τον έβρισκαν. Η θα τους έβρισκε αυτός. Το παιχνίδι θα ξανάρχιζε απ' την αρχή. Φτάνει να διασώσει αυτά που είχαν σημασία. Μια μικρή σιδερένια κιβωτός. Είκοσι χρόνια είχαν περάσει; Μπορεί και παραπάνω... Οι άνθρωποι εκεί κάτω είχαν κυλίσει στον πρωτογονισμό... Κάποτε η εξέλιξη παίρνει ανάποδο δρόμο, πισωγυρίζει, χωρίς κανείς να ξέρει γιατί και αυτό που είχε μείνει από τον "κυρίαρχο του πλανήτη" δεν ήταν πια ούτε καν ζωώδες... κανένα ζώο δεν τρώει τη ράτσα του. Αγέλες χωρίς δομή, χωρίς νόηση, χωρίς οίκτο.

Τον τελευταίο καιρό όλο και ανέβαιναν περισσότερο στο βουνό. Είχαν μάθει να ακολουθούν ίχνη. Και αυτός έπρεπε να κατεβαίνει όλο και χαμηλότερα για προμήθειες. Να παίρνει όλο και περισσότερα ρίσκα. Δεν θα του έβγαινε σε καλό. Σήμερα το είχε παρακάνει και σε όλο τον δρόμο της επιστροφής ήταν σίγουρος ότι κάτι τον είχε πάρει στο κατόπι. Τη μέρα συνήθως δεν τολμούσαν να ξεμυτίσουν αλλά η απόγνωση μπορεί να τα είχε σπρώξει κόντρα στη φύση τους. Προσπάθησε να καλύψει τα ίχνη του όσο καλύτερα μπορούσε πλησιάζοντας στο ορυχείο με το τελευταίο φως της μέρας να αργοσβήνει. Μπήκε μέσα και κάλυψε την είσοδο. Την νύχτα δεν μπορούσε να κάνει κάτι παρά να περιμένει. Πάλι δεν είχε βρει πετρέλαιο. Το ελάχιστο που είχε απομείνει ίσα που θα κρατούσε τη λάμπα αναμμένη για το βράδυ. Κοίταξε τα λιγοστά υπάρχοντά του καθώς άναβε τη φωτιά. Στη γωνιά, κάτω από κλαριά και μουσαμάδες, προφυλαγμένη όσο καλύτερα μπορούσε, η μοτοσυκλέτα που τον είχε φέρει μέχρι εκεί. Παροπλισμένη, να αργοπεθαίνει, χωρίς ελπίδα πια κάποτε να ξαναζωντανέψει. Δίπλα της ένα σιδερένιο κουτί. Η κιβωτός, όπως την έλεγε. Ό,τι είχε απομείνει με νόημα. Αυτά που θα μπορούσαν να ξαναζωντανέψουν τον ανθρώπινο πολιτισμό. Αυτά που ήταν εδώ να φυλάει. Άνοιξε μια κονσέρβα για βραδινό και άρχισε να γράφει κάτι στο μισοδιαλυμένο σημειωματάριο.

. . . . . . .

Η γκαζόλαμπα σιγά-σιγά έσβησε. Οι θόρυβοι απ' έξω πλησίαζαν. Ήξερε ότι σήμερα δεν θα ήταν σαν τα άλλα βράδια. Απόψε δεν θα την έβγαζε καθαρή. Σκάλισε τα μισοσβησμένα κάρβουνα που είχαν μείνει στη φωτιά---να φωτίσει λίγο---και κοίταξε μέσα στην κιβωτό. Κοίταξε τα δυο πράγματα για τα οποία είχε απαρνηθεί τα πάντα. Αυτά, πίστευε κάποτε, θα ξαναφούντωναν τη φλόγα του πολιτισμού. Κάποτε... Όταν ερχόταν η ώρα... Σαν τα κάρβουνα στη φωτιά. Τώρα ήξερε ότι όλα ήταν ένα ρομαντικό όνειρο. Η τελευταία μπουκάλα τσίπουρο και το τελευταίο σετ κυλινδροπίστονα για Άφρικα. Θα χανόταν μαζί του κι αυτά, μαζί με κάθε ελπίδα. Άνοιξε την μπουκάλα και έβαλε στο κύπελλο. Μύρισε το διάφανο υγρό και όλη του η ζωή σαν να πέρασε μπροστά απ' τα μάτια του.

- "Πάντα τέτοια", ψιθύρισε και ήπιε για τελευταία φορά.

14/7/08

ΠΣΚ προκήρυξη: Χρήσιμα Συμπεράσματα

Τελικά αυτή η βόλτα κατέληξε σε μερικά ενδιαφέροντα επιστημονικά συμπεράσματα. Τα καταγράφω εδώ, σε τυχαία σειρά, ώστε οι υπόλοιποι αναγνώστες---που πιθανώς θελήσουν να επαναλάβουν τα πειράματά μας---να τα έχουν υπ' όψη τους:

  1. Οι Χάρτες της Road έχουν πράγματι λάθος: Από την Α. Χώρα στην Περδικόβρυση ΔΕΝ βγαίνει από άσφαλτο.
  2. Το blackbird πάει καλύτερα στο χώμα από το BMW R1100 GS
  3. Τα blackbird δεν πρέπει ποτέ να βάζουν βενζίνη
  4. Τέσσερα SV είναι απλά αδύνατο να συνυπάρξουν στην ίδια βόλτα. Αν κάποιοι το επιχειρήσουν, τότε μια μυστήρια δύναμη θα επέμβει και θα το απαγορεύσει.
  5. Αν τρία SV συμμετέχουν μαζί, ένα τουλάχιστον θα μείνει. Συνήθως μένει αυτό που καβαλάει το γλυκότερο αγόρι (πόρισμα: όλοι οι αναβάτες SV είναι γλυκά αγόρια)
  6. Αν κάποιος μεσήλικας κύριος σας πει "παιδιά λέω στην εθνική να μην το ξεσκίσουμε, έστι? Μέχρι 140 το πολύ..." ενώ την ίδια στιγμή κολλάει γκάφερ στην πινακίδα του... προσέξτε πολύ πως θα ερμηνεύσετε τα λεγόμενά του.
  7. Αν όλη η παρέα συμφωνήσει μετά το φαγητό: "Στο στροφιλίκι μέχρι κάτω να πάμε χαλαρά για να χωνέψουμε"... να είστε σίγουροι ότι έχουν πολύ περίεργες ιδέες τόσο για το τι σημαίνει "χαλαρά", όσο και για το πως διευκολύνεται η χώνεψη.
  8. Αν γλυκό αγόρι σε προσπεράσει με σούζα την στιγμή που μπαίνετε στο κομμάτι Γραβιά - Άμφισσα (μπορεί να ισχύει το ίδιο και για άλλα κομμάτια, ας το επιβεβαιώσουν όσοι επαναλάβουν το πείραμα), τότε αυτό---προσοχή---δεν σημαίνει: "τι ωραίο που είναι το τοπίο, ας πάμε ρολαριστά να το απολαύσουμε και να μην κάψουμε και πολύ βενζίνη"
  9. Αν επιστρέφοντας από βόλτα το σώμα σας---όλο κάτω απ' την μέση---πονάει τόσο που θέλετε να κάνετε μπάνιο σε βολταρέν, τότε μάλλον κατά την διάρκεια της βόλτας βγήκαν ενδιαφέροντα επιστημονικά συμπεράσματα.
  10. Αν το άλλο πρωί πάτε το μηχανάκι σας για πλύσιμο, βουτηγμένο κυριολεκτικά στο κοκκινόχωμα, και το παιδί σας πει "σε συ, πως έγινε έτσι αυτό? άδειασε κανά φορτηγό επάνω του?" τότε μάλλον έχετε συμμετάσχει σε μια επιτυχημένη εξόρμηση της ΠΣΚ!

Παιδιά ήταν υπέροχα!

Άντε και στην επόμενη

Υ.Γ.: Αν έχετε απορίες σχετικά με την μεθοδολογία εξαγωγής κάποιου από τα συμπεράσματα... ρωτήστε τον Κρούκη.

12/7/08

Λογοτεχνική (τρομάρα της) παρτούζα

Αυτόν τον καιρό παίζεται ένα πρόστυχο παιχνίδι στο moto.gr. Το όνομά του είναι "Λογοτεχνική Παρτούζα" και έχει πολύ χύσιμο.

Τη σκυτάλη εδώ την έχει ο ατελείωτος Γιώργης, κατά κόσμο gcrook:

...Το μοτίβο πρώτη-δευτέρα-φρένα επαναλαμβάνεται δύο ή τρεις φορές. Έχω καταντήσει το πιόνι σε μια τεράστια σκακιέρα και περιμένω πως-και-πως να αδειάσει μπας και ρίξω και 'γω κάνα πούτσο στην Βασίλισσα. Η έστω στον Βασιλιά... αρκεί να με κάνει να τον κυνηγήσω αρκετά.

To δεξί μου χέρι χουφτώνει το γκρίπ του γκαζιού λίγο πιο δυνατά απ' ότι θα έπρεπε και προδίδει τις προθέσεις μου: "Μια γαμωευθεία ρε παιδια!", "το βασίλειό μου για μια γαμωευθεία" φωνάζω καθώς διασχίζω την κίνηση και οι δυο γκλαμουράτοι νεαροί στο κάμπριο δίπλα μου ντυμένοι στα άσπρα, σαν να επέστρεψαν από το πανελλήνιο συνέδριο γαλατάδων, ξαφνιάζονται και μετά χαμογελούν συγκαταβατικά.

"Α ρε μάγκες", σκέφτομαι, "εσείς πήζετε πιο άσχημα" και ανοίγοντας την ζελατίνα τραβάω μια γερή τζούρα βραδινής υγρασίας από το στόμα για να πνίξω την κηροζίνη που με πότισαν προ ολίγου.

Κάπου στο βάθος της λεωφόρου... μια ελπίδα! Όλα, η κίνηση, φαίνεται να εξαφανίζονται μυστηριωδώς. Όλος αυτός ο κόκκινος φωτεινός όγκος, υποχωρεί όπως-όπως βουτώντας με μανία---έτσι μου φάνηκε---σε μια δεξιά κατηφορική στροφή, μέχρι να χαθούν τα ίχνη τους.

"Που πάνε ρε πούστη μου όλοι αυτοί, κουπόνια βενζίνης χαρίζουν;" και καθώς πλησιάζω την διασταύρωση στο οπτικό μου πεδίο μπαίνει σφήνα μια τεράστια φωτεινή ταμπέλα: "Club Bakouribas" γράφει και τα φωτεινά λαμπάκια που τρεμοσβήνουν υπονοούν ότι εκεί μέσα θα πρέπει να πέφτει πολύ γαμήσι.

"Μπράβο παιδιά, μπράβο", φωναζω, "όλοι στο κλαμπ" καθώς αυνανίζω το γκριπ για το άγριο σεξ που θα ακολουθήσει και περιμένω πως-και-πως να πάρω το δεξί πόδι μου από τον δρόμο μια και καλή και να του αγοράσω εισιτήριο διαρκείας για το μασπιέ.

Το διπλανό πεζό-106 σχεδόν ξεχειλίζει από πέντε νεαρές κοπελίτσες που φάνονται να διασκεδάζουν με αυτό που ακούν και βλέπουν. Με κοιτούν με ένα χαμόγελο και μου έρχονται στο μυαλό οι στίχοι από το "fuck like a beast" .Το σιγοσφύριξα για λίγο κοιτώντας τες στα μάτια εναλλάξ και η ζελατίνα θόλωσε, ελάχιστα. Μια από αυτές έκλεισε βιαστικά το παράθυρο.

Ο δρόμος πλέον είχε ανοίξει για μένα. Το σώμα μου πήρε την γνωστή θέση του πάνω στην μοτοσυκλέτα και μια σπασμένη τρίτη μετά το μηχανάκι με ευγνωμονούσε. Άφησα πίσω μου την λαμπερή κηδεία και πλέον έφτιαχνα τις εικόνες που ήθελα. Τα φώτα της μοτοσυκλέτας ήταν αυτά που έδιναν υφή και υπόσταση στο μαύρο χαλί και το δεξί μου χέρι έπαιζε με την ταχύτητα και την ένταση των καρέ της ταινίας που εκτυλισσόταν μπροστά μου.

Πήρα την τελευταία βαθιά ανάσα, "και τώρα, μάγκα μου", σκέφτηκα "θα..." και μια παχιά σταγόνα προσγειώθηκε στη ζελατίνα, "...ρίξουμε ένα γερο κατούρημα" .

Σταμάτησα σε ένα σκοτεινό πάρκινγκ. Μια νταλίκα αραγμένη όπως-όπως με την πόρτα ανοιχτή. Δεν ήταν κανείς μέσα. Παραδίπλα ένας τύπος, πλάτη σε μένα, κατούραγε και σιγοσφύριζε εύθυμα. Πλησίασα.

Μετά τη σκυτάλη την παίρνει η αφεντιά μου:

Ρίχνω μια ματιά στον ουρανό--σ΄αυτό το πράμα τέλος πάντων που λένε ουρανό στο κωλομέρος που βρέθηκα κι εγώ καλά-καλά δεν θυμάμαι πως: Μπόλικα σύννεφα που απ' τα φώτα της πόλης μοιάζουν με πορτοκαλί ξερατά. Απ' τα κενά που-και-που φεγγίζουν κανά δυο αστεράκια θυμίζοντάς μου... άστα τώρα. Την κωλοβροχή πάντως μπορεί και να την γλιτώσουμε.

Πλησιάζω την γωνιά του πάρκιν, να κάνω τη δουλειά μου, με προσεκτικά βήματα, αποφεύγοντας τα πεταμένα προφυλακτικά που ποιος ξέρει πόσα τραβέλια έβγαλαν μ' αυτά μεροκάματο σήμερα. Κοζάρω την πλάτη του νταλικιέρη. Απ' το πολύ τιμόνι έχει γίνει σαν του κουσιμόδου και χειρότερη.

"Τον πούστη τον συγγραφέα", σκέφτομαι, "χάθηκε να με βάλει σε καμιά τσόντα και να σταματάω για κατούρημα σε ένα πάρκινγκ με θεόμουνα που έχουν χάσει το δρόμο και ζητούν οδηγίες, έτοιμες να ανταμείψουν αυτόν που θα της βοηθήσει με σαρκικές ηδονές που θα έκαναν αρχιεπίσκοπο να αποφασίσει ότι έχει διαλέξει λάθος καριέρα?". Άστο καλύτερα... σ' αυτά τα αζιμούθια τέτοια πράματα δεν παίζουν. Πριν διώξω την ιδέα από το μυαλό μου ξαναρίχνω μια ματιά στην πλάτη του νταλικέρη και μια αηδία μου ανακατεύει το στομάχι απ' τον αναπόφευκτο συνειρμό.

- "Έρχεσαι από μακριά φιλαράκι?", μου λέει
- "Δεν λες τίποτα!"
- "Και πως βρέθηκες σ' αυτό το κωλομέρος?"
- "Άστα ξέμεινα..."

Αν ξέμεινα, λέει... Ώρες-ώρες με πιάνει μελαγχολία όταν σκέφτομαι από που ξεκίνησα και πως ένα-δυο λάθη με έριξαν στην άκρη του πουθενά να περνάω τα χρόνια μου καβάλα σ' αυτό στο διάολο με δυο ρόδες. Τουλάχιστον όταν ανοίγω το γκάζι η κατάσταση γίνεται λίγο πιο υποφερτή. Μπορεί να είναι τα φώτα που τρεμοπαίζουν και η ταχύτητα που τα κάνει να μοιάζουν με τόσο γνώριμες πολύχρωμες δίνες. Μπορεί να είναι το βούισμα του κινητήρα που μου φέρνει στο μυαλό αναμνήσεις που εδώ και χρόνια έχω αποφασίσει να πείσω τον εαυτό μου να ξεχάσει. Πριν τέσσερα-πέντε χρόνια πίστευα, ή μάλλον έλπιζα---γιατί η πουτάνα η ελπίδα, όπως λένε οι ντόπιοι, πεθαίνει τελευταία---ότι κάποτε θα την κάνω από 'δώ. Τώρα πια έχω ξεχάσει τέτοιου είδους αυταπάτες. Μπορεί να είναι και καλύτερα έτσι...

Μαζεύω τα ρούχα μου και καβαλάω το μηχανάκι. Πριν βάλω το κράνος σαν το μάτι μου να πιάνει μια περίεργη λάμψη κάτω από το μουσαμά της νταλίκας... Δεν βαριέσαι, ιδέα μου θα 'ναι. Δεν θα είναι η πρώτη φορά άλλωστε...

Πατάω τη μίζα και το γουργουρητό του κινητήρα φέρνει μια γλυκιά ανατριχίλα στην ραχοκοκαλιά μου. Την βροχή την γλυτώσαμε, να δούμε πως θα την βγάλουμε κι αυτό το βράδυ, σκέφτομαι καθώς μπαίνω στον δρόμο και ανοίγω το γκάζι...

Τα υπόλοιπα στο γνωστό χαμαιτυπείο...

5/7/08

Προκήρυξη ΠΣΚ: Ορεινή Ναυπακτία

Μετά την πρώτη θρυλική μάχη, ο επαναστατικός πυρήνας της ΠΣΚ / moto.gr(*) θα ξαναχτυπήσει, μονοήμερα αυτήν την φορά, την Κυριακή 13 Ιουλίου 2008, με στόχο την ορεινή Ναυπακτία. Σκούπισμα Ορεινής Ναυπακτίας

Σιδερόκωλοι του moto.gr ενωθείτε. Δεν έχετε τίποτε να χάσετε παρά μερικά χιλιοστά λάστιχο, μερικά λίτρα βενζίνη, και αρκετά κιλά ιδρώτα.

Η παρούσα επαναστατική πράξη θα καλύψει περίπου 700 χιλιόμετρα, ως επί το πλείστον σε στριφτερό επαρχιακό οδικό δίκτυο, με αρκετή ποικιλία τόσο στο τερέν και την ομορφιά του τοπίου, όσο και στην ποιότητα των δρόμων. Οι ρυθμοί μας θα είναι αμιγώς τουριστικοί (και συγκρατημένα σβέλτοι) οπότε το μόνο που έχετε να σκεφτείτε είναι αν αντέχει ο κώλος σας τα χιλιόμετρα.

Πληροφορίες εντός

(*) Πρωτοβουλία ΣιδερόKωλων του moto.gr

10/6/08

Το τραγούδι της Κρεατομηχανής

του Hunter S. Thompson, για το περιοδικό CycleWorld, Μάρτιος 1995

(Πρωτότυπο: Song of the sausage creature. Απόπειρα μετάφρασης, δική μου)

Υπάρχουν κάποια πράγματα που κανείς σ΄ αυτόν τον κόσμο δεν χρειάζεται και μια κατακόκκινη, καμπουριαστή, βολιδάτη, εννιακοσάρα cafe-racer είναι ένα από αυτά---αλλά θέλω μια, όπως και να ΄χει, και κάποιες μέρες πιστεύω ότι χρειάζομαι μία. Γι' αυτό είναι επικίνδυνες.

Όλοι έχουν γρήγορες μηχανές αυτές τις μέρες. Μερικοί πηγαίνουν με 250 σε επαρχιακούς δρόμους με δυο λωρίδες, αλλά όχι συχνά. Είναι πολλές οι νταλίκες, πολλοί οι μπάτσοι με τα ραντάρ και πολλά τα μαλακισμένα ζώα στο δρόμο. Πρέπει να 'σαι ψιλο-τρελός για να καβαλήσεις αυτές τις καρα-ροπάτες, γκαζιάρικες ρουκέτες οπουδήποτε εκτός απ' την πίστα. Ακόμα και εκεί θα σε κάνουν να κλάσεις μαλί... Δε υπάρχει, στο κάτω-κάτω, μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να καρφωθείς με τη μούρη στο Πίτερμπιλτ ή πλαγίως στις κερκίδες. Κάποιες μέρες παίρνεις αυτό που θες και άλλες αυτό που χρειάζεσαι.

Όταν το cycle-world πήρε να με ρωτήσει αν θα τεστάριζα στην Harley Road King, το 'παιξα καμπόσος και ζήτησα μια superbike Ducati. Φαινόταν κυριλέ απόφαση τότε, και οι φίλοι μου με τα superbikes ενθουσιάστηκαν. "Γουστάρω", είπαν, "θα την βάλουμε στην πίστα, και θα της αλλάξουμε τα φώτα".

"Αρχίδια", είπα, "Χέστε την πίστα. Η πίστα είναι για τους αλητάμπουρες. Εμείς είμαστε Άνθρωποι του Δρόμου. Είμαστε cafe-racers."

Εμείς οι cafe-racers είμαστε άλλη ράτσα, και έχουμε τις δικές μας φάσεις. Καθαρό γκάζι με έκτη σε μια ευθεία χιλιομέτρου είναι ένα πράγμα, αλλά καθαρό γκάζι με τρίτη, σε χαλικο-λερωμένο κατηφορικό εσάκι, είναι κάτι άλλο.

Αλλά το γουστάρουμε. Ένας καθαρόαιμος cafe-racer θα ταξίδευε όλη την νύχτα μεσ' την ομίχλη, μέσ' στην κίνηση του αυτοκινητοδρόμου, για να μπορέσει να "μπει" στην στροφή εκείνη που κάποιος του είπε ότι είναι η χειρότερη, η πιο σφιχτή, ελαττούμενης-ακτίνας στροφή από τότε που ο Τζένγκις Χαν εφηύρε το τιρμπουσόν.

Το cafe-racing είναι κυρίως θέμα γούστου. Είναι μια αταβιστική νοοτροπία, ένα περίεργο μείγμα low-style, γκαζιού, καθαρής χαζομάρας, και αχαλίνωτης προσήλωσης στον τρόπο ζωής και στις επικίνδυνες απολαύσεις του. Είμαι cafe-racer, κάποιες μέρες, και αυτό είναι ένας από τους καλύτερους εθισμούς μου.

Δεν λείπουν οι ουλές στο μυαλό και το σώμα μου, αλλά μπορώ να ζήσω μ' αυτές. Ακόμη αισθάνομαι ανατριχίλα στην σπονδυλική στήλη κάθε φορά που βλέπω σε φωτογραφία μια Vincent Black Shadow, ή όταν μπαίνω σε ένα δημόσιο ουρητήριο και ακούω σακάτιδες να ψιθυρίζουν για τις τρομακτικές τρικύλινδρες Kawasaki... Έχω οράματα πολλαπλών μηριαίων καταγμάτων και μεγάλων μαύρων ανδρών σε λευκές νοσοκομειακές φόρμες να με κρατάνε στο κρεβάτι ενώ μια νοσοκόμα ονόματι Bess ράβει τις πτυχές του κρανίου μου με έναν πριτσιναδόρο.

Χο, χο! Ευχαριστώ το Θεό γι' αυτά τα φλασάκια. Ο εγκέφαλος είναι ένα υπέροχο όργανο (μέχρι ο Θεός να βυθίσει τα δόντια του μέσα του). Κάποιοι ακούν τον Tiny Tim να τραγουδάει όταν την πατάνε και κάποιοι ακούνε το τραγούδι της Κρεατομηχανής. Όταν η Ducati έφτασε στην αυλή μου, κανείς δεν ήξερε τι να κάνει μ' αυτή. Ήμουν στη Νέα Υόρκη, έκανα ανταπόκριση για ένα τουρνουά πόλο και κάποιοι απειλούσαν τη ζωή μου. Ο δικηγόρος μου με συμβούλεψε να παραδοθώ και να ενταχθώ στο ομοσπονδιακό πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων. Άλλοι έλεγαν ότι το όλο θέμα είχε να κάνει με τους οπαδούς του πόλο.

Η φάση με τη μηχανή ήταν αυτό που ξεχείλισε το ποτήρι. Έπρεπε να είναι δουλειά των εχθρών μου ή ανθρώπων που θέλαν να με πληγώσουν. Το ταπεινότερο είδος δολώματος και ήξεραν ότι θα τσιμπήσω.

Φυσικά. Θέλεις να τον σακατέψεις τον μπάσταρδο? Στείλ'του ένα cafe-racer με τελική 220. Βάλε μαζί και πινακίδες να πιστέψει ότι είναι μηχανή δρόμου. Ψωνίζεται με οτιδήποτε γρήγορο.

Πράγμα που είναι αλήθεια. Υπήρξα θιασώτης των γρήγορων μοτοσυκλετών σε όλη μου τη ζωή. Αγόρασα μια ολοκαίνουρια 650 BSA Lightning όταν χαρακτηρίστηκε "η ταχύτερη μοτοσυκλέτα που δοκιμάστηκε από το περιοδικό Hot Rod". Έχω οδηγήσει μια Vincent 220 κιλών μέσα στην κίνηση του αυτοκινητοδρόμου Ventura, με καυτό λάδι να λερώνει τα πόδια μου και έχω διασχίσει με τρικύλινδρη Kawa 750 το Beverli Hills, νύχτα, με το κεφάλι τίγκα στο οξύ... Έχω καβαλήσει με τον Sonny Barger και έχω καπνίσει χόρτο σε στέκια μηχανόβιων με τον Jack Nicholson, την Grace Slick, τον Ron Zigler, και τον διαβόητο παλιόφιλο, τον Ken Kesey, θρυλικό cafe-racer.

Κάποιοι θα σας πουν ότι αργά είναι καλά---και μπορεί να 'ναι έτσι κάποιες μέρες--αλλά εγώ είμαι εδώ για να σας πω ότι γρήγορα είναι καλύτερα. Πάντα το πίστευα αυτό, σε πείσμα των προβλημάτων που μου δημιούργησε. Καλύτερα να εκτοξεύεσαι από το κανόνι, παρά να ζουλιέσε απ' το σωληνάριο. Γι' αυτό ο Θεός έφτιαξε τις γρήγορες μηχανές, φίλε!

Έτσι, όταν γύρισα από τη Νέα Υόρκη και βρήκα μία κόκκινη-της-φωτιάς μηχανή-πύραυλο στο γκαράζ μου, κατάλαβα ότι είχα επιστρέψει στις δοκιμές δρόμου. Hunter S. Thompson, Ducati 900ss-sp

Το ολοκαίνουριο Ducati 900 Campione del Mundo Desmodue. Σούπερ-σπορ, δίκανο-μάγκνουμ, cafe-racer. Με γέμιζε με αισθήματα πόθου κάθε φορά που το έβλεπα. Κι άλλοι ένιωθαν το ίδιο. Το γκαράζ μου σύντομα έγινε μαγνήτης για super-bike γκρούπις που τους τρέχαν τα σάλια. Τσακώνονταν και βριζόταν για το ποιος θα είναι ο πρώτος που θα με βοηθήσει να αξιολογήσω το νέο μου παιχνίδι... Και χρειαζόμουν φυσικά ένα κάποιο φάσμα απόψεων, πέρα από την δική μου, προκειμένου να κρίνω αυτή τη μηχανή. Το διαστροφικό "κέντρο δοκιμών περιβάλλοντος" στο Woody Creek είναι μακριά από την Daytona, όπως και οι άγριες κόντρες στις λεωφόρους στις ακτές του ειρηνικού---εκεί που μεγάλου κυβισμού Γιαμάχες και Καβασάκια τρέχουν σε πορεία σύγκρουσης η μία προς προς την άλλη, περιμένοντας να δουν ποιος αναβάτης θα δειλιάσει πρώτος, αψηφώντας το θάνατο σε ένα παιχνίδι που παίζεται στα 160 χιλιόμετρα τη ώρα...

Όχι. Όλοι όσοι αγοράζουν ένα πανάκριβο θηρίο ροπής δεν ποθούν να την κάνουν μέσα σε μια πύρινη μπάλα σε έναν δημόσιο δρόμο του L.A. Κάποιοι από εμάς είμαστε καθωσπρέπει τύποι και θέλουμε να μείνουμε έξω από την εντατική. Παρόλα αυτά όμως θέλουμε επίσης να χυμάμε στην μπλοκαρισμένη κυκλοφορία, σε αστικές περιοχές, όποτε γουστάρουμε... Και γι' αυτό χρειαζόμαστε Εξαιρετικές Μηχανές.

Και τέτοιες ακριβώς έχουμε. Οι άνθρωποι της Ducati στο New Jersey επέλεξαν, για δικούς τους λόγους, να μου στείλουν την 900ss-sp για δοκιμή, αντί για την τρελαμένη 916, την κορωνίδα των super-bikes πίστας. Παραήταν γρήγορη, είπαν, και απαγορευτικά ακριβή για την στείλουν σε μια παρέα από μισότρελους καουμπόυς από το Colorado που πιστεύουν για τους εαυτούς τους ότι είναι cafe-racers ολκής.

Η Ducati 900 είναι μια άριστα σχεδιασμένη μηχανή. Οι γείτονές μου την αποκάλεσαν όμορφη και θαύμασαν τις αγωνιστικές της γραμμές. Η καριόλα έμοιαζε λες και πήγαινε με 150 ενώ στεκόταν ακίνητη στο γκαράζ μου.

Όταν την έβγαλα στο δρόμο, όμως, ήταν μια γνησίως τρομακτική εμπειρία. Δεν είχα συνείδηση της ταχύτητας μέχρι που έφτασα τα 150 και πλησίαζα γρήγορα σε κάτι αγροτικά που προχωρούσαν σε μια βρεγμένη στροφή κατά μήκος του ποταμού. Πλάκωσα και τα δύο φρένα αλλά μόνο το μπροστινό δούλεψε και σχεδόν γύρισα ανάποδα. Ήμουν εκτός ελέγχου, πίσω από ένα φορτηγό του ταχυδρομείου, κλωτσώντας σαν μανιακός για το πεντάλ του πίσω φρένου, το οποίο δεν μπορούσα να βρω. Είμαι μήπως πολύ ψηλός γι' αυτές τις new-age αγωνιστικές δρόμου? Μήπως δεν φτιάχνονται για αναβάτες πάνω από 1.75 και το πεντάλ του πίσω φρένου δεν ήταν εκεί που το περίμενα? Οι μικροκαμωμένοι ιταλιάνοι νταβατζήδες που γουστάρουν να τρέχουν από το ένα cafe στο άλλο στις λεωφόρους της Ρώμης, έτοιμοι για τα θυμαράκια, μπορεί να το γουστάρουν αυτό, εγώ πάντως όχι.

Ήμουν σκυμμένος πάνω από το ντεπόζιτο σαν κάποιος που βουτούσε σε πισίνα που την αδειάσανε χθες: Μπάμ! Χτύπημα στον τσιμεντένιο πάτο, σάρκα να σκίζεται, Kρεατομηχανή, χωρίς δόντια, γαμημένος για το υπόλοιπο του βίου σου.

Όλοι μας γουστάρουμε το Γκάζι, και κάποιοι από μας χτυπάμε λίγο παραπάνω που και πού---και υπάρχει πάντα πόνος σ' αυτό---αλλά υπάρχει και γλύκα, το θανατηφόρο στοιχείο, και η γλύκα που νιώθεις όταν καταφέρνεις να γαμήσεις το κτήνος στα ίσια. ΜΠΑΜ! Ακαριαία απογείωση. Χωρίς να βολοδέρνεις σαν μαλάκας, με τα δόντια να μαγκώνουν τη γλώσσα σου και το μυαλό σου ολοκληρωτικά άδειο, πέρα από τον φόβο.

Όχι. Αυτός ο διάολος βρίσκει φλέβα κατευθείαν και σουτάρει με τη μία, για καλό ή για κακό.

Στη δεύτερη απογείωσή μου έβαλα δευτέρα και ξεπέρασα το όριο ταχύτητας σε έναν επαρχιακό δρόμο δύο λωρίδων γεμάτο τρακτέρ και αγροτικά. Όταν ανέβασα τρίτη ήμουν ήδη στα 125 και το στροφόμετρο μόλις που έδειχνε 4000.

Και τότε είναι που έδειξε τα δόντια της. Από τις 4 έως της 6000 με τρίτη πας από τα 125 στα 160 σε δύο δευτερόλεπτα και μετά από αυτό, φίλε, έχεις και την τετάρτη, την πέμπτη, και την έκτη. Άιντα, άιντα!

Δεν έβαλα ποτέ έκτη, και ούτε μπήκα πολύ βαθιά στην πέμπτη. Καταίσχυντη δήλωση για έναν πραγματικό cafe-racer, αλλά να σου πω κάτι μάγκα μου: Αυτή η μηχανή είναι πολύ γρήγορη για την οδηγήσει κανείς σε οποιοδήποτε δρόμο με κίνηση, εκτός κι αν γουστάρει να σημαδέψει την διαχωριστική γραμμή και να γκαζώσει με τα αρχίδια του ναι καίγονται και μια κραυγή να ανεβαίνει στο λαιμό του.

Όταν τη σημαδέψεις στη σωστή κατεύθυνση και με μεγάλη ταχύτητα έχει εξωπραγματικές δυνατότητες. Άθελά μου το ανακάλυψα καθώς πλησίαζα σε μια απότομη στροφή κατά μήκος σιδηροδρομικών γραμμών και είδα ότι πήγαινα πολύ γρήγορα και ότι η μόνη μου ευκαιρία ήταν να τη γύρω δεξιά και να το τσιτώσω τελείως σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να υπερπηδήσω τη στροφή απογειωνόμενος.

Ήταν μια παράτολμη κίνηση, αλλά απαραίτητη. Και είχε αποτέλεσμα: Ένιωσα σαν τον Evel Knievel καθώς διέσχισα τις γραμμές, με τη βροχή στα μάτια μου και τα σαγόνια μου μαγκωμένα από φόβο. Προσπάθησα να φτύσω τις ράγες καθώς περνούσα από πάνω τους αλλά το στόμα μου ήταν πολύ ξερό. Προσγειώθηκα άγρια στην άκρη του δρόμου και έχασα τον έλεγχο στιγμιαία καθώς η Ducati ψαλίδιζε σαν τρελή κόντρα στην κίνηση του αντίθετου ρεύματος. Για δυο-τρία δευτερόλεπτα ήρθα πρόσωπο με πρόσωπο με την Κρεατομηχανή.

Αλλά μετά από λίγο ισορρόπησε. Πέρασα ένα σχολικό από τα δεξιά και ανέκτησα τον έλεγχο, αρκετά ώστε να κατεβάσω ταχύτητες και τραβηχτώ σε έναν εγκαταλελειμμένο χαλικόδρομο, όπου σταμάτησα και έσβησα τη μηχανή. Τα χέρια μου είχαν μείνει κλειστά σαν τανάλιες, και το υπόλοιπο σώμα μου ήταν μουδιασμένο. Ένοιωθα ναυτία και έκλαιγα για τη μαμά μου, αλλά κανείς δεν με άκουγε. Μετά μπήκα σε ένα περίεργο τριπάκι για 30-40 δευτερόλεπτα μέχρι που τελικά μπόρεσα να ανάψω ένα τσιγάρο και να ηρεμήσω αρκετά ώστε να οδηγήσω σπίτι. Παραήμουν αγχωμένος για να αλλάξω ταχύτητες και έτσι έκανα όλη τη διαδρομή με πρώτη και 60.

Ωπ! Τι λέω? Παραμύθια της Χαλιμάς! Άιντε, άιντε... Είμαστε μοτοσυκλετιστές, τα λέμε σταράτα και γελάμε με ότι είναι αστείο. Χέζουμε στο στήθος του παράξενου.

Αλλά όταν καβαλάμε γρήγορες μοτοσυκλέτες, καβαλάμε με άμεμπτη ορθοφροσύνη. Μπορεί καμιά φορά να κάνουμε καμιά κατάχρηση ουσιών, εδώ κι εκεί, αλλά μόνο όταν πρέπει. Το τελικό μέτρο της ικανότητας ενός αναβάτη είναι ο λόγος της ταχύτητας με την οποία κινείται δια του αριθμού των ουλών στο σώμα του. Είναι τόσο απλό: Αν οδηγείς γρήγορα και χυμάρεις, είσαι κακός αναβάτης. Δεν θα έπρεπε να καβαλάς μοτοσυκλέτες.

Η εμφάνιση των superbikes έκαναν την εξίσωση πιο δύσκολη. Η τεχνολογία των μοτοσυκλετών έκανε ένα μεγάλο άλμα εμπρός. Παράδειγμα η Ducati. Ιδανική ταχύτητα ταξιδιού? 150 χαω με πέμπτη και 5500 στροφές---και ξαφνικά βλέπεις ένα βουβαλοτάρανδο στη μέση του δρόμου. ΜΠΑΜ! Από εδώ η Κρεατομηχανή.

Ή ίσως όχι: Η Ducati 900 είναι τόσο καλοσχεδιασμένη και ζυγισμένη και ισορροπημένη που μπορείς να πας με 150 με πέμπτη σε δρόμο με όριο ταχύτητας τα 60 και να την γλυτώσεις. Η μηχανή δεν είναι απλά γρήγορη, είναι υπερβολικά σβέλτη στις αντιδράσεις της και μπορεί να κάνει καταπληκτικά πράγματα... Είναι σαν να καβαλάς μια Vincent Black Shadow, η οποία μπορούσε να ξεπεράσει ένα μαχητικό jet F-86 στον διάδρομο απογείωσης, αλλά στο τέλος το F-86 θα απογειωνόταν, ενώ η Vincent όχι και δεν είχε κανένα νόημα να προσπαθήσεις να την στρίψεις. ΚΑΜΠΟΥΜ! Η Κρεατομηχανή χτυπά ξανά.

Υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά, όμως, μεταξύ των παλιών Vincent και της νέας γενιάς superbikes. Αν καβαλούσες την Black Shadow σε μεγάλες ταχύτητητες, για σημαντικό χρονικό διαστήματα, ήταν σχεδόν σίγουρο ότι θα πεθάνεις. Για αυτό το fan-club της Vincent Black Shadow έχει πια τόσο λίγα μέλη. Η Vincent ήταν σαν τη σφαίρα που πάει ευθεία. Η Ducati είναι σαν την μαγική σφαίρα στο Dallas που κινήθηκε πλαγίως και χτύπησε τον JFK και τον κυβερνήτη του Texas ταυτοχρόνως.

Αδύνατον! Αλλά εξίσου αδύνατο ήταν και το τρομακτικό μου άλμα πάνω από τις ράγες του σιδηροδρόμου με την 900sp. Η μοτοσυκλέτα το έκανε τόσο εύκολα και με την χάρη ενός αίλουρου που το βάζει στα πόδια. Η προσγείωση ήταν τόσο εύκολη που θυμάμαι ότι σκέφτηκα, γαμώτο, αν το είχα γκαζώσει λίγο παραπάνω θα πήγαινα πολύ μακρύτερα.

Ίσως να είναι η νέα μαγκιά των cafe-racers. Η μηχανή μου είναι τόσο πιο γρήγορη από τη δική σου, που για τόλμα αν θες να την καβαλήσεις... βρωμοκούραδο! Έχεις τ' αρχίδια να καβαλήσεις αυτό το ΑΠΥΘΜΕΝΟ ΠΗΓΑΔΙ ΓΚΑΖΙΟΥ?

Αυτή είναι η στάση του νέου superbike φρικιού, και είμαι ένα από αυτά. Μερικές μέρες είναι το καλύτερο πράγμα που μπορείς να κάνεις χωρίς να βγάλεις τα ρούχα σου. Η Vincent σε σκότωνε πολύ πιο γρήγορα από ένα superbike. Ένας τρελός δεν θα μπορούσε να καβαλήσει την Vincent Black Shadow περισσότερο από μία φορά, αλλά ένας τρελός μπορεί να οδηγήσει την Ducati 900 πολλές φορές και κάθε μία θα είναι απολαυστική με τρόπο που σου παγώνει το αίμα. Αυτή είναι η Κατάρα του Γκαζιού που με κατατρέχει σε όλη μου τη ζωή. Είμαι σκλάβος της. Στην ταφόπλακά μου θα γράψουν: "Ποτέ δεν ήταν αρκετά γρήγορα για αυτόν".

8/4/08

ΠΣΚ: Κάλεσμα στον αγώνα

Και που λέτε, εκεί που την είχαμαν (sic) αράξει υποβρυχίως, επαναστατικώς, και τσιπουρο-κατανυκτικώς---και ενώ τα καραφάκια άδειαζαν το ένα μετά το άλλο (και πολλές φορές και δυο-δυο)---μπήκαν τα θεμέλια και τελέστηκε η ιδρυτική πράξη για την ΠΣΚ / moto.gr (Πρωτοβουλία ΣιδερόKωλων του moto.gr). Σηκώθηκε λοιπόν το λάβαρο, και μπήκαν στο τραπέζι οι παράμετροι και οι προϋποθέσεις:

  • Εκδρομές σιδερόκωλες με μπόλικα όμορφα χιλιόμετρα
  • Κατά το δυνατό επαρχιακό οδικό δίκτυο (για να είναι όμορφα τα χιλιόμετρα)
  • Πρωινές αναχωρήσεις. Ώρες τρελές. Να μας βρίσκει η ανατολή καβάλα.
  • Αν δεν είναι μονοήμερες, διανυκτέρευση στη φύση (όπου και όταν είναι δυνατό)
  • Αν γίνεται, πικ-νικ στην ύπαιθρο αντί για ταβέρνα (αν δεν γίνεται... και τα παϊδάκια δε μας χαλάνε)
  • Λίγοι είναι καλοί... και πολλοί καλύτεροι (όλοι ευπρόσδεκτοι αλλά η εκδρομή θα γίνεται ακόμη και μόνο με τους αρχικούς προσυπογράφοντες)

Για το Σαββατοκύριακο που μας έρχεται (12/13 του Απρίλη), η ΠΣΚ / moto.gr καλεί---με αυτό το ιδρυτικό μανιφέστο---όλους τους επαναστατημένους μοτοσυκλετιστές στις τάξεις της.

Ας ενώσουμε τις δυνάμεις μας για ένα σιδερόκωλο αύριο! Volta-ren

10/3/08

Η μοτοσυκλέτα είναι αντρική υπόθεση

Το παρακάτω είναι ένα από τα χιουμοριστικά διαμάντια του Γιώργη (κατά κόσμο gcrook) που, μαζί με ένα-δυο άλλα παρόμοια κειμενάκια, απλά δεν μου πάει η καρδιά να τα αφήσω θαμμένα σε κάποιο θρεντ του moto.gr. Απολαύστε το...

Ήταν μια εξαιρετικά καυτή μέρα του Ιουλίου. Μας βρήκε, όπως συνηθίζαμε τον τελευταίο καιρό, έξω από την πίστα των Μεγάρων με τη γνωστή τρελλοπαρέα. Περιμένοντας να τελειώσει το αδερφίστικο γυναικωτό γκρουπ των αρχάριων για να μπούμε στους βαρβάτους αγωνιζόμενους---που και μόνο η εσάνς της βαρβατίλας που αποπνέουν είναι ικανή να αφήσει γυναίκα έγκυο στο χιλιόμετρο και να φέρει σε οργασμό καλόγρια μόνο με τη σκέψη---χαζολογούσαμε με την παλιοπαρέα.

Τα γνωστά, όχι τίποτα σπουδαίο: Κλάναμε, ρευόμασταν και φτύναμε---πιο επιδεικτικά όταν περνούσε γυναίκα από μπροστά μας, η οποία έφευγε τρέχοντας με κλάματα κάτω από τα γέλια και τις αγριοφωνάρες μας. Αφού ήπιαμε και την τελευταία αντρίκεια μπύρα με 80% αλκοόλ (που βασικά ήταν ένα μείγμα μπύρας, κηροζίνης, ταμπάσκο και 10W40 φουλ συνθέτικ) και βιντεοσκοπήσαμε ένα πολύ καλό πυροκλανίδι του Κώστα μέσα από τα δέρματα (που τον άφησε με εγκαύματα δεύτερου βαθμού στο 50% του σώματός του) μπήκαμε στην πίστα.

Ανεβάσαμε γρήγορα ρυθμό, παρότι οι 57 βαθμοί Κελσίου που επικρατούσαν στη πίστα σκότωσαν όλους τους συμμετέχοντες μετά τον τρίτο γύρο. Από καθαρό πείσμα στον καύσωνα---και μέσα σε μια έξαρση αντρικής τιμής και βαρβατίλας---είχαμε αποφασίσει, από πριν, πάνω από τα δέρματα να φορέσουμε 3 μάλλινα πουλόβερ. Στο τέλος του σέσιον, μάλιστα, είχαμε κανονίσει να μετρήσουμε και τα πουλιά μας με μεζούρα, αμέσως μετά τον διαγωνισμό χλεμπώνας. Δυστυχώς είχαμε φέρει μόνο μια μεζούρα και δεν θα έφτανε, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία.

Όπως έλεγα λοιπόν, έχω αφήσει πίσω τα παιδιά, μιας και γύρναγα στο μηδέν και ένα και δυο και τρία και τέσσερα παιδιά, αφήνοντας μια μαύρη γραμμή λιωμένου ελαστικού στο διάβα μου. Ξαφνικά ένιωσα ένα μηχανάκι πίσω μου στην έξοδο της Κ6, εκεί που τα είχα σκάσει κανονικά και η γκαζιέρα ούρλιαζε για έλεος μέσω της τεράστιας μπούκας μου που ξέρναγε φωτιές και άλλα πράγματα ακατονόμαστα και αυστηρώς ακατάλληλα για μικρά παιδιά. "Κοίτα", λέω από μέσα μου, "που τα κουλάδια με έφτασαν" και πριν προλάβω να τελειώσω την σκέψη μου ένα ροζ σούπερσπορτ, αγνώστων λοιπών στοιχείων, έσκασε μια γκαζιά δυνατή στην μεγάλη ευθεία και με έναν ήχο που θύμιζε χίλιες παρθένες να καίγονται στην πυρά, με φιλοδώρησε με ένα γκρι σύννεφο σκόνης και μερικά χαλικάκια καρφωμένα στα κατάμαυρα φαίρινγκ μου.

Σκύλιασα! Ο Αττίλας έμοιαζε με πάουερπαφ γκερλ μπροστά μου. "Μα ποιος τολμάει να μου τα σκάει στην έξοδο έτσι; Εμένα, που στα συνεργεία δεν τολμάνε ούτε να ψιθυρίσουν το όνομά μου χωρίς να γίνει σεισμός και που τις φωτογραφίες μου τις κοιτάνε μόνο κάτω από το φεγγαρόφως, μέρα Κυριακή, στις 13 του μήνα, γύρω στις μια το βράδυ (να μην ξεχάσω να γράψω το LOST) για να μην μετατραπούν σε στήλη άλατος;" Άνοιξα το γκάζι 5 στροφές, η ντίζα έγινε τιρμπουσόν και ξεχύθηκα σαν σπερματοζωάριο κοκαϊνομανούς πορνοστάρ.

Στην είσοδο της Κ8 τον πρόλαβα και κόλλησα πίσω του. Δεν ήταν κάποιος γνωστός μου. Μόνο του χαρακτηριστικό γνώρισμα, εκτός από την κατάμαυρη φόρμα, ήταν τα ξανθά μακρυά μαλλιά. Άντρας με μακρυά μαλλιά!!!! Ο τελευταίος που πέρασε από μπροστά μου τινάζοντας τα μαλλιά του έφαγε χλεμπώνα στο στήθος και πέθανε από πνευμονικό οίδημα. Παλιοχίπηδες... Αν οι άντρες, στην τελική, ήταν από την φύση τους να έχουν μακρυά μαλλιά, σκέφτηκα, γιατί και οι γυναίκες να μην φυτρώσουν αρχίδια; Γέλασα μέσα από το κράνος για λίγο και μετά έσκυψα και ευθύς σοβαρεύτηκα, γιατί ο τυπάς μπροστά είχε αρχίσει να μου κάνει διάφορα. Αποφάσισα να τα παίξω όλα για όλα, γιατί ο τύπος δεν αστειευόταν. Τα 'σκασα τόσο άσχημα που ο ουρανός μαύρισε και άρχισε να βρέχει αίμα και βατράχια. Πηγαίναμε δίπλα-δίπλα οπότε αποφάσισα να του κάνω νόημα να κόψει για να δω επιτέλους ποιος είναι. Σήκωσα τη ζελατίνα και φώναξα "σε ξερω;" Η ζελατίνα του τύπου άνοιξε και έμεινα στήλη άλατος όταν άκουσα μια γυναικεία φωνή να μου τρυπάει τα αυτιά: "Μπορείς να κάνεις στη μπάντα γιατί μου χαλάς το γυρολόγιο ρε μπήχτη;"

Δεν ξέρω αν το σκάσιμο του κινητήρα με οδήγησε στα χωράφια ή αν βγήκα πρώτα και μετά το μηχανάκι έγινε σώβρακο. Από την στιγμή που άκουσα γυναικεία φωνή, μέχρι την στιγμή που σηκώθηκα, μεσολάβησε κάποιο χρονικό διάστημα κατά το οποίο όλα ήταν θολά. Σηκώθηκα τινάζοντας τη σκόνη από πάνω μου, έφερα μια μέσα τον ώμο μου που είχε βγει για 24η φορά, καβάλησα το μηχανάκι και βγήκα στα πιτς.

Τα παιδιά ήταν εκεί βουβά αλλά δεν κοίταζαν εμένα. Πλησίασα και ο Αλέξης, με τρεμάμενο χέρι, μου έδειξε μια ξανθιά κοπελα στα πιτς λέγοντας: "γ... γ... γ... γυναίκα!!!" Έμεινα αποσβολωμένος να κοιτάζω εκείνο το πράγμα, το αποτέλεσμα της λάθος τοποθέτησης Χ και Ψ στην αλυσίδα του Ντι-Εν-Ει που οι επιστήμονες το ονόμασαν "θήλυ", να μου κλείνει το μάτι περιπαικτικά και να μου λέει: "Σου άρεσε μάγκα η ψωλιά που έφαγες;" Στο άκουσμα αυτών ένοιωσα έναν φριχτό πόνο στα αυτιά, όλα μαύρισαν για λίγο και έπεσα στα γόνατά μου βαριανασαίνοντας. Τα παιδιά είχαν μετατραπεί σε μαυροφορούσες αρχαίας τραγωδίας και έτριβαν κάρβουνο στα μούτρα τους υψώνοντας το βλέμμα στον ουρανό μοιρολογώντας.

Σαν χτικιό κατευθύνθηκα προς την μηχανή, έβαλα μπρος και έφυγα. Ένιωθα πιο κενός και από μήτρα μετά την επίσκεψη στο μαιευτήριο όταν αποφάσισα, μετά από κάποια χιλιόμετρα εθνικής που δεν κατάλαβα πως έφυγαν, να σταματήσω κάπου στο κέντρο για ένα τσιγάρο να ξεθολώσω. Το μυαλό μου τριβέλιζε η ίδια σκέψη: Πως είναι δυνατό μια γυναίκα να καβαλάει μηχανή, καταρχάς; Κατά δεύτερο, πως είναι δυνατό να κάνει γυρολόγιο σαν το δικό μου; Τι διάολο έκτρωμα της φύσης ήταν τούτο; Πάντα θυμάμαι τον εαυτό μου να βλέπει εφιάλτες, μετά από ένα γερό μεθύσι, με τερατόμορφες γυναίκες, τρια μέτρα ψηλές, με σουβλερά δόντια και παντελόνια, να με βάζουν στην κουζίνα να πλένω πιάτα, ενώ εκείνες έβλεπαν ποδόσφαιρο. Πάντα ξυπνούσα καταϊδρωμένος και ήθελα 7 πούρα και 5 φραπέδες με βοτκα για να συνέλθω. Αλλά τώρα δε μιλάμε για όνειρο. Μιλάμε για ένα θλιβερό γεγονός...

Τις σκέψεις μου έσπασε ένας συνδυασμός μαγευτικών αρωμάτων που δεν κατάλαβα από που ερχόντουσαν. Κοίταξα τριγύρω μου και συνειδητοποίησα ότι είμαι έξω από ένα Υβόννη Στορ. Έκανα να φύγω παρεξηγημένος που τόλμησα και έκατσα έξω από το "άνδρο της φερεμόνης", όπως περιπαικτικά αποκαλούσαμε τέτοια μαγαζιά με την παρέα πριν τους βάλουμε φωτιά---μια πράξη που μας καθιέρωσε σαν στελέχη στην ΜΠΙΤΣ (Μέριμνα Προς Ιδίους Τσάτσους Συνδεσμολόγους), μια οργάνωση που κανένας δεν κατάλαβε ποτέ τι σημαίνει και τι προασπίζεται. Σύνθημά μας: "Αν είναι γυναικείο, είναι στάνταρ μαλακία και λίγα λες".

Βέβαια δεν το κούνησα ρούπι. Όλα αυτά τα χρώματα και τα αρώματα μου δημιουργούσαν ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα. Άναψα και άλλο τσιγάρο, αυτή τη φορά παίρνοντας βαθειές τζούρες εναλλάξ. Όταν ήρθε η ώρα να καβαλήσω να φύγω, ένιωσα σαν να άφηνα πίσω μου ένα πολύ αγαπημένο πρόσωπο.

Φτάνοντας στο σπίτι έβγαλα βιαστικά τα δέρματα και τα πέταξα, έτσι όπως τα έβγαλα, στην καρέκλα, όπως συνήθως. Γύρισα αλλά σαν κάπως να μου φάνηκαν τσαλακωμένα... δεν ξερω. Τα σιδέρωσα με το χέρι και τα ξαναάφησα στη καρέκλα, άλλα κάτι δεν φαινόταν σωστό. Σαν να χάλαγαν την εικόνα του καθαρού και συγυρισμένου δωματίου (άσχετα αν απείχε έτη φωτός απ' το "συγυρισμένο") και έτσι αποφάσισα να τα βάλω στην κρεμάστρα και μέσα στη ντουλάπα. Μου φάνηκε πιο λογικό έτσι, ασχέτως αν την επόμενη θα τα ξαναέβγαζα για να ξαναπάω πίστα. Σειρά είχε το ντους. Κάτω από το καυτό νερό ένιωσα όλες τις σκέψεις που με ταλάνιζαν να φεύγουν από πάνω μου. Συνήθως εμείς οι άντρες δεν χρησιμοποιούμε σαπούνι, ούτε καν ζεστό νερό. Τριβόμαστε με παγάκια κατευθείαν και βγαίνουμε στα χιόνια για πουσάπς. Αλλά σήμερα ήθελα να νιώσω την ίδια αίσθηση με πριν στα Υβόννη. Άνοιξα το ντουλάπι και βρήκα κάτι παλιά αρωματικά σαπουνάκια της πρώην, που δεν θυμόμουν το όνομά της---άλλωστε χωρίσαμε πριν από δυο μέρες και ποιος θυμάται τέτοια πράγματα---και τα έριξα όλα μέσα στην μπανιέρα.

Το άρωμα που αναβλήθηκε πυροδότησε άπειρες εγκεφαλικές συνάψεις, που η μπύρα όλα αυτά τα χρόνια είχε αδρανήσει, με αποτέλεσμα να βλέπω χρώματα και σχέδια περίεργα όπως μπλε κύκλους σε μωβ τρίγωνα να περιστρέφονται σε πολύχρωμα ψηφιδωτά και, που και που, κομήτες με τα χρώματα του ουράνιου τόξου να συγκρούονται σε αυτά και να δημιουργούν ένα πυροτέχνημα γεμάτο εικόνες και μυρωδιές. Πρέπει να έκατσα πολλή ώρα στο μπάνιο κάτω από το καυτό νερό γιατί όταν βγήκα και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη μπορούσα να διακρίνω μέσα στο στομάχι μου το χάμπουργκερ, έτσι όπως το καταβρόχθισα το μεσημέρι, να κολυμπάει μέσα σε μια θάλασσα μεξικάνικου εντσιλάδα και μικρά κομμάτια πίτσας να αναδύονται.

Με το που βγήκα πήγα κατευθείαν στην κουζίνα, άνοιξα το ψυγείο και άρπαξα μια μπύρα. Με το που άνοιξα το καπάκι μου ήρθε μια αναγούλα από την μυρωδιά της παγωμένης μπύρας. Σκέφτηκα οτι μάλλον θα είχε χαλάσει, ή οτιδήποτε, και άνοιξα άλλη μια και άλλη μια, άλλα με το ίδιο αποτέλεσμα για τα ρουθούνια μου, τα οποία είχαν γίνει τόσο υπερευαίσθητα που έτσουζαν. "Θεέ μου, σαν γυναικεία ρουθούνια", συλλογίστηκα και από την ταραχή μου ξέρασα. "Χριστέ μου", αναφώνησα αυθόρμητα, "καλέ το χαλί", κάτι που με έκανε να ξαναξεράσω τόσο δυνατά που ο εμετός πότισε και το υπόλοιπο χαλί. Άρχισα να τρέχω προς το δωμάτιο όπου κλειδώθηκα ανασαίνοντας βίαια με την καρδιά μου σαν να θέλει να σπάσει... "Τι μου συμβαίνει", είπα και "κοίτα καλέ πόση σκόνη έχει πάνω του το σύνθετο" και με το που το ξεστόμισα ένοιωσα πάλι εκείνον τον πόνο να μου τρυπάει το κεφάλι.

Σήκωσα απεγνωσμένα το τηλέφωνο και πήρα τον κολλητό μου για να ακούσω μια γνώριμη φωνή, να μου πει κάποιος ότι δεν είμαι τρελός, γιατί είχα απελπιστεί. Έβαλα το θερμόμετρο στο στόμα κατάπια και 3 ντεπόν και σχημάτισα τον αριθμό με το μικρό δαχτυλάκι βρίζοντας ταυτόχρονα χυδαία όλους τους Αγίους από Ψ, έτσι για να έχω κάτι να σκέφτομαι. Ο Νώντας στην άλλη μεριά της γραμμής απάντησε.

-Έλα ρε Νώντα, εγω είμαι ρε μαλάκα. Δεν είμαι και πολύ καλά και θέλω να σου μιλήσω.
-Έλα ρε μαν, πέστο, τι έχεις, τι σου συμβαίνει;
Και ενώ είχα τόσα πολλά να του πω, οι λέξεις που αυθόρμητα βγήκαν από το στόμα μου δεν ξέρω ποιον από τους δυο μας ξάφνιασαν πιο πολύ:
-Να ρε συ... η μυρωδιά του εμετού από το χαλί φεύγει με γάλα ή να το τρίψω με πράσινο σαπούνι;

Η παύση που ακολούθησε δεν διήρκεσε πολύ και με μια κίνηση έκλεισα το τηλέφωνο.

Σαν βουβός κατευθύνθηκα στο σαλόνι και άνοιξα την τηλεόραση. Ύπνος δεν με έπιανε και έτσι σκέφτηκα ότι το καλύτερο θα ήταν να αποβλακωθώ για λίγο μπας και μου περάσει. Άνοιξα την ΤιΒι αλλά έπιανε μόνο Νετ (κάποιο πρόβλημα με την κεραία, όπως έμαθα αργότερα) και εκείνη την ώρα έπαιζε την αμερικάνικη σειρά "Σεξ Εν Δε Σιτι". Αηδιασμένος πήγα να κλείσω την τηλεόραση και να πέσω για ύπνο αλλά κάτι με παρότρυνε να παρακολουθήσω εκείνη την αλλόκοτη ιστορία των τριών γυναικών που ζούνε στην Νεα Υόρκη και είναι πολύ ξενέρωνες για να τις πηδήξει κάποιος. Μετά από λίγα λεπτά έπιασα τον εαυτό μου να συμπάσχει με το δράμα των τριών ξενέρωτων, αγάμητων, με καριέρα γυναικών, που δεν ξέρουν αν θέλουν να νιώσουν αγάπη ή κάνα καδρόνι εξ Αφρικής στα σκέλια τους. Πήρα αγκαλιά το μαξιλάρι και άκουσα μια φωνή από μέσα μου: "Ήρθε η ώρα... απελευθερώσου... θα σωθείς!" και μέσα σε ένα κύμα αρωμάτων, συναισθημάτων, χρωμάτων και άλλων ροζ πραγμάτων ξέσπασα σε έναν λυγμό που διήρκεσε ώρες και που η έντασή του αυξομειώνονταν ανάλογα με το χρώμα των σοκολατακίων που καταβρόχθιζα, καθώς παρακολουθούσα "Σεξ Εν Δε Σιτι".

Σύντομα ο Μορφέας με πήρε στην αγκαλιά του και εκείνο το βράδυ ονειρεύτηκα πολύχρωμα πόνυ να ανταλλάσσουν κορδέλες και να πίνουν τσάι σε καταπράσινους λόφους.

Το πρωι που ξύπνησα αποφάσισα να μην ξαναπάω ποτέ στη μπίστα.

Καργιόλες!