18/11/07

Σκάσε και κολύμπα

Και εν μέσω έκτακτων δελτίων για σφοδρές βροχοπτώσεις και καταιγίδες την κάνουμε, το Σάββατο το μεσημεράκι, οι δυό Γιώργηδες (gcroock και kalgeorge) κι εγώ, να πάμε με τα μηχανάκια για ένα καφεδάκι στην Πάτρα. Το αρχικό σχέδιο για διανυκτέρευση εκεί ναυάγησε καθότι έπρεπε όπως-και-δήποτε να είμαι πίσω το βράδυ. Και εκεί που περιμένω στο περίπτερο στο Χαϊδάρι τους άλλους να μαζευτούν---πλήρως εξοπλισμένος για... χειμερινή διαβίωση, έχοντας πάρει το ζεστό καφεδάκι μου και χαζεύοντας τα σύννεφα να σχηματίζουν ένα αδιαπέραστο τείχος στο νότο---σκάει ο Κρούκης με ένδυση παραλίας: Τζινάκι, καλοκαιρινό μπουφάν, καλοκαιρινά γάντια, και γυαλιά ηλίου. Ή το 'χεις ή δεν το 'χεις λέμε!

- Δεν πιστεύω να βρέξει?
Απλανές βλέμμα από την μεριά μου. Προσπαθώ να καταλάβω το χιούμορ του
- Είχε μια λιακάδα όταν έφυγα και ρε πούστη μου δεν πήρα ούτε αδιάβροχα!
- Οοοκέι! Τέλος πάντων, μη σκας, θα σου δώσω εγώ τα δικά μου αδιάβροχα. Εγώ έχω τις κορντούρες.
- Όχι ρε, δεν χρειάζεται, δεν μασάω εγώ με λίγη βροχή

Έρχεται και ο έτερος Γιώργης μαζευόμαστε και ξεκινάμε. Δεν προφταίνουμε να βγούμε από το πάρκινγκ και αρχίζει να βρέχει. Λίγο. Ίσα-ίσα για ζέσταμα. Στα διόδια ρωτάω ξανά τον Κρούκη:

- Ρε συ, σίγουρα δε θες τα αδιάβροχα?
- Μια χαρά είμαι, δε μασάω, πάμε!

Συνεχίζουμε λοιπόν. Σε όλον τον δρόμο βρέχει. Συγκρατημένα μεν, αλλά βρέχει. Λίγο μετά την Κόρινθο, ενώ βγαίνουμε στην εθνική Κορίνθου--Πατρών, αρχίζει να ρίχνει κορόμηλα. Οι σταγόνες είναι χονδρές και όπου σκάνε πονάει. Ο δρόμος έχει μαζέψει τουλάχιστον τρεις-τέσσερις πόντους νερό. Σταματάμε λίγο παρακάτω κάτω από μια γέφυρα. O Κρούκης έχει γίνει ελεεινός και τρισάθλιος. Στάζει από παντού σαν πουτάνα που την έχουν χύσει δυο μεραρχίες καταδρομέων. Κατεβαίνει από το μηχανάκι και με πλησιάζει.

- Μαλάκα φέρε τα αδιάβροχα, δεν την παλεύω. Έχω ψάρια στο σώβρακο.

Υποτυπωδώς εξοπλισμένοι πλέον όλοι μας συνεχίζουμε το δρόμο μας. Σε όλη, μα όλη, την διαδρομή έβρεχε. Δεν ψιχάλιζε, δεν ήταν απλά βρεγμένα: Έβρεχε και έβρεχε και έβρεχε. Με τις κορντούρες να έχουν αρχίσει να μπάζουν, τα γάντια μου να έχουν γίνει μούσκεμα και μέσα σε αδιάκοπη βροχή φτάνουμε στην Πάτρα. Αποφασίζουμε να την πέσουμε σε μια καφετέρια ονόματι "Θεατράκι".

Εδώ κάνω μια παρένθεση στην αφήγηση για να θρηνήσω την σχεδόν πλήρη εξαφάνιση των απλών, καθημερινών, νεανικών και κομματάκι-αλήτικων καφετεριών από τις σύγχρονες ελληνικές επαρχιακές πόλεις. Φαίνεται ότι στα φλώρικα, ευρωλιγούρικα, παγκοσμιοποιημένα και πολίτικαλι κορέκτ 00's αν ένα μαγαζί δεν είναι γελοιωδώς υπερπολυτελές και φρικαλέα ψευτό-ντιζαϊνάτο δεν πουλάει. Φευ!

Το Θεατράκι λοιπόν είναι μια τέτοια γκλαμουροπολυτελής-και-χάι δίπατη καφετέρια, με κυριλέ και καθώς-πρέπει θαμώνες, χτισμένη στην άκρη του λιμανιού, με άπλετη θέα από μεγάλα παράθυρα ολόγυρα στην αίθουσα. Τριγύρω της... ορδές ταλαίπωρων λαθρομεταναστών κάνουν κάθε τόσο ντου στον χώρο στάθμευσης του λιμανιού προσπαθώντας να τρυπώσουν στην ζούλα σε κάποια νταλίκα που περιμένει να φορτωθεί για Ιταλία. Κάθε τόσο πηδάνε τα κάγκελα και κάθε τόσο η αστυνομία και το λιμενικό τους την πέφτει τρέποντάς τους σε άτακτη υποχώρηση. Όλα αυτά υπό τα βλέμματα ευυπόληπτων Πατρινών που πίνουν αμέριμνοι το καφεδάκι τους χαζεύοντας το "ματς" από τα παράθυρα. Το γκροτέσκο της όλης κατάστασης φτάνει στα όρια του τραγελαφικού υπογραμιζόμενο από το ότι κανείς δεν φαίνεται να ενοχλείται από την κραυγαλέα αντίθεση.

Σε αυτό το σκηνικό φτάνουμε και εμείς. Παρκάρουμε τις μοτοσυκλέτες κάτω από ένα υπόστεγο και βρεγμένοι και κουρασμένοι κάνουμε κατάληψη σε ένα τραπεζάκι του πάνω πατώματος. Στο διπλανό τραπεζάκι απλώνουμε κράνη, τανκ-μπαγκς και την μπουγάδα μας: βρεγμένα γάντια, μπουφάν, μπλούζες και πουκάμισα (κάλτσες δεν βγάλαμε, εντάξει). Εν μέσω κυριλέ Πατρινών, λαθρομεταναστών να παίζουν κρυφτούλι με την αστυνομία και λέτσων μηχανόβιων η εικονοκλαστικότητα της κατάστασης έχει χτυπήσει κόκκινο.

Εγώ όμως έχω ένα πολύ πρακτικότερο πρόβλημα: Το φούτερ που φορούσα έχει γίνει μουνί απ' το νερό. Το ίδιο και ένα κοντομάνικο που είχα από μέσα. Συν ολ' αυτά, μου έχουν τελειώσει και τα τσιγάρα. Επειδή λοιπόν με την βροχή την παλεύω, με την ατσιγαριά όμως όχι, ρίχνω το βρεγμένο τζάκετ πάνω από το επίσης βρεγμένο κοντομάνικο μπλουζάκι και πάω να βρω τσιγάρα. Περπατάω μέσα στην βροχή περνώντας ανάμεσα από μετανάστες που την έχουν αράξει κάτω από κάτι μικροσκοπικά υπόστεγα και τυλίγονται με πλαστικές σακούλες σκουπιδιών για να προστατευτούν από το νερό. Διακόσια μέτρα παρακάτω βρίσκω περίπτερο (παίρνω τσιγάρα) και δίπλα του ένα μαγαζί με αθλητικά είδη. Μπαίνω μέσα και αγοράζω μια μπλούζα. Δυστυχώς κοντομάνικη.

Πίσω στην καφετέρια πηγαίνω στο μπάνιο, αλλάζω ρούχα και πλέον έχοντας απομακρύνει τον κίνδυνο της... πνευμονίας, την αράζω να πιω το απολαυστικότερο ζεστό καφεδάκι που έχω πιει εδώ και πολύ καιρό. Ο Κρούκης και ο Γιώργος έχουν προβεί και αυτοί στο αντίστοιχο... στριπτίζ. Σε λίγο έρχονται και δυο φίλες του Γιώργου (δυο συμπαθητικότατες, εγκαρδιότατες κοπέλες) και πιάνουμε την κουβέντα.

Έξω η βροχή δυναμώνει και το φως της μέρας σιγά-σιγά υποχωρεί.

Μια και διανυκτέρευση δεν παίζει, αποφασίζουμε σιγά-σιγά να την κάνουμε για πίσω. Ξεκινάμε λοιπόν μετά από μια σύντομη στάση για ανεφοδιασμό και μέσα σε απειλητικά αστραποβρόντια πιάνουμε την εθνική. Έχουμε πλέον μοιράσει τον ελλειπή μας εξοπλισμό διαφορετικά: Εγώ έχω πάρει το σακάκι απ' το αδιάβροχο και ο Γιώργης το παντελόνι. Στην θέση του σακακιού... μια σακούλα σκουπιδιών στρατηγικά τρυπημένη. Το σκοτάδι, η βροχή, το σπρέυ από τα μπροστινά αυτοκίνητα και οι προβολείς από τους απέναντι έχουν αποτέλεσμα να μη βλέπω μία. Οι άλλοι πίσω μου, όπως μου είπαν, έβλεπαν μόνο εμένα! Ωραία λοιπόν: Μπροστά ο γκαβός και πίσω οι στραβούλιακες. Καλά πάμε! Μετά από καμιά εβδομηνταριά κουραστικά χιλιόμετρα, με την προσοχή τεταμένη και το βλέμα να σκανάρει για το παραμικρό φωτεινό σημάδι που να δείχνει ότι πάμε καλά---και όχι κατά τα βράχια---περίπου στο Κιάτο, η βροχή σταματάει, και ο δρόμος στεγνώνει αρκετά. Κάπου εκεί χωρίζουμε με τον Γιώργο που θα περνούσε το βράδυ στο εξοχικό του. Ο Κρούκης κι εγώ συνεχίζουμε για πίσω. Οι ρυθμοί πλέον έχουν γίνει πιο αξιοπρεπείς αλλά εξίσου αυξημένη είναι και η εξάντληση. Κάνουμε μια τελευταία στάση στα Μέγαρα για βραδινό καφεδάκι και γλυκάκι, ο Γιώργης ξεφορτώνεται την στυλάτη σακούλα, σχολιάζει ότι "Αυτό ήταν! Τώρα θα ξαναβγώ από το σπίτι την Άνοιξη" και ξανακαβαλάμε για τα λίγα χιλιόμετρα που μας χωρίζουν απ' τα σπίτια μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: