18/11/07

Σκάσε και κολύμπα

Και εν μέσω έκτακτων δελτίων για σφοδρές βροχοπτώσεις και καταιγίδες την κάνουμε, το Σάββατο το μεσημεράκι, οι δυό Γιώργηδες (gcroock και kalgeorge) κι εγώ, να πάμε με τα μηχανάκια για ένα καφεδάκι στην Πάτρα. Το αρχικό σχέδιο για διανυκτέρευση εκεί ναυάγησε καθότι έπρεπε όπως-και-δήποτε να είμαι πίσω το βράδυ. Και εκεί που περιμένω στο περίπτερο στο Χαϊδάρι τους άλλους να μαζευτούν---πλήρως εξοπλισμένος για... χειμερινή διαβίωση, έχοντας πάρει το ζεστό καφεδάκι μου και χαζεύοντας τα σύννεφα να σχηματίζουν ένα αδιαπέραστο τείχος στο νότο---σκάει ο Κρούκης με ένδυση παραλίας: Τζινάκι, καλοκαιρινό μπουφάν, καλοκαιρινά γάντια, και γυαλιά ηλίου. Ή το 'χεις ή δεν το 'χεις λέμε!

- Δεν πιστεύω να βρέξει?
Απλανές βλέμμα από την μεριά μου. Προσπαθώ να καταλάβω το χιούμορ του
- Είχε μια λιακάδα όταν έφυγα και ρε πούστη μου δεν πήρα ούτε αδιάβροχα!
- Οοοκέι! Τέλος πάντων, μη σκας, θα σου δώσω εγώ τα δικά μου αδιάβροχα. Εγώ έχω τις κορντούρες.
- Όχι ρε, δεν χρειάζεται, δεν μασάω εγώ με λίγη βροχή

Έρχεται και ο έτερος Γιώργης μαζευόμαστε και ξεκινάμε. Δεν προφταίνουμε να βγούμε από το πάρκινγκ και αρχίζει να βρέχει. Λίγο. Ίσα-ίσα για ζέσταμα. Στα διόδια ρωτάω ξανά τον Κρούκη:

- Ρε συ, σίγουρα δε θες τα αδιάβροχα?
- Μια χαρά είμαι, δε μασάω, πάμε!

Συνεχίζουμε λοιπόν. Σε όλον τον δρόμο βρέχει. Συγκρατημένα μεν, αλλά βρέχει. Λίγο μετά την Κόρινθο, ενώ βγαίνουμε στην εθνική Κορίνθου--Πατρών, αρχίζει να ρίχνει κορόμηλα. Οι σταγόνες είναι χονδρές και όπου σκάνε πονάει. Ο δρόμος έχει μαζέψει τουλάχιστον τρεις-τέσσερις πόντους νερό. Σταματάμε λίγο παρακάτω κάτω από μια γέφυρα. O Κρούκης έχει γίνει ελεεινός και τρισάθλιος. Στάζει από παντού σαν πουτάνα που την έχουν χύσει δυο μεραρχίες καταδρομέων. Κατεβαίνει από το μηχανάκι και με πλησιάζει.

- Μαλάκα φέρε τα αδιάβροχα, δεν την παλεύω. Έχω ψάρια στο σώβρακο.

Υποτυπωδώς εξοπλισμένοι πλέον όλοι μας συνεχίζουμε το δρόμο μας. Σε όλη, μα όλη, την διαδρομή έβρεχε. Δεν ψιχάλιζε, δεν ήταν απλά βρεγμένα: Έβρεχε και έβρεχε και έβρεχε. Με τις κορντούρες να έχουν αρχίσει να μπάζουν, τα γάντια μου να έχουν γίνει μούσκεμα και μέσα σε αδιάκοπη βροχή φτάνουμε στην Πάτρα. Αποφασίζουμε να την πέσουμε σε μια καφετέρια ονόματι "Θεατράκι".

Εδώ κάνω μια παρένθεση στην αφήγηση για να θρηνήσω την σχεδόν πλήρη εξαφάνιση των απλών, καθημερινών, νεανικών και κομματάκι-αλήτικων καφετεριών από τις σύγχρονες ελληνικές επαρχιακές πόλεις. Φαίνεται ότι στα φλώρικα, ευρωλιγούρικα, παγκοσμιοποιημένα και πολίτικαλι κορέκτ 00's αν ένα μαγαζί δεν είναι γελοιωδώς υπερπολυτελές και φρικαλέα ψευτό-ντιζαϊνάτο δεν πουλάει. Φευ!

Το Θεατράκι λοιπόν είναι μια τέτοια γκλαμουροπολυτελής-και-χάι δίπατη καφετέρια, με κυριλέ και καθώς-πρέπει θαμώνες, χτισμένη στην άκρη του λιμανιού, με άπλετη θέα από μεγάλα παράθυρα ολόγυρα στην αίθουσα. Τριγύρω της... ορδές ταλαίπωρων λαθρομεταναστών κάνουν κάθε τόσο ντου στον χώρο στάθμευσης του λιμανιού προσπαθώντας να τρυπώσουν στην ζούλα σε κάποια νταλίκα που περιμένει να φορτωθεί για Ιταλία. Κάθε τόσο πηδάνε τα κάγκελα και κάθε τόσο η αστυνομία και το λιμενικό τους την πέφτει τρέποντάς τους σε άτακτη υποχώρηση. Όλα αυτά υπό τα βλέμματα ευυπόληπτων Πατρινών που πίνουν αμέριμνοι το καφεδάκι τους χαζεύοντας το "ματς" από τα παράθυρα. Το γκροτέσκο της όλης κατάστασης φτάνει στα όρια του τραγελαφικού υπογραμιζόμενο από το ότι κανείς δεν φαίνεται να ενοχλείται από την κραυγαλέα αντίθεση.

Σε αυτό το σκηνικό φτάνουμε και εμείς. Παρκάρουμε τις μοτοσυκλέτες κάτω από ένα υπόστεγο και βρεγμένοι και κουρασμένοι κάνουμε κατάληψη σε ένα τραπεζάκι του πάνω πατώματος. Στο διπλανό τραπεζάκι απλώνουμε κράνη, τανκ-μπαγκς και την μπουγάδα μας: βρεγμένα γάντια, μπουφάν, μπλούζες και πουκάμισα (κάλτσες δεν βγάλαμε, εντάξει). Εν μέσω κυριλέ Πατρινών, λαθρομεταναστών να παίζουν κρυφτούλι με την αστυνομία και λέτσων μηχανόβιων η εικονοκλαστικότητα της κατάστασης έχει χτυπήσει κόκκινο.

Εγώ όμως έχω ένα πολύ πρακτικότερο πρόβλημα: Το φούτερ που φορούσα έχει γίνει μουνί απ' το νερό. Το ίδιο και ένα κοντομάνικο που είχα από μέσα. Συν ολ' αυτά, μου έχουν τελειώσει και τα τσιγάρα. Επειδή λοιπόν με την βροχή την παλεύω, με την ατσιγαριά όμως όχι, ρίχνω το βρεγμένο τζάκετ πάνω από το επίσης βρεγμένο κοντομάνικο μπλουζάκι και πάω να βρω τσιγάρα. Περπατάω μέσα στην βροχή περνώντας ανάμεσα από μετανάστες που την έχουν αράξει κάτω από κάτι μικροσκοπικά υπόστεγα και τυλίγονται με πλαστικές σακούλες σκουπιδιών για να προστατευτούν από το νερό. Διακόσια μέτρα παρακάτω βρίσκω περίπτερο (παίρνω τσιγάρα) και δίπλα του ένα μαγαζί με αθλητικά είδη. Μπαίνω μέσα και αγοράζω μια μπλούζα. Δυστυχώς κοντομάνικη.

Πίσω στην καφετέρια πηγαίνω στο μπάνιο, αλλάζω ρούχα και πλέον έχοντας απομακρύνει τον κίνδυνο της... πνευμονίας, την αράζω να πιω το απολαυστικότερο ζεστό καφεδάκι που έχω πιει εδώ και πολύ καιρό. Ο Κρούκης και ο Γιώργος έχουν προβεί και αυτοί στο αντίστοιχο... στριπτίζ. Σε λίγο έρχονται και δυο φίλες του Γιώργου (δυο συμπαθητικότατες, εγκαρδιότατες κοπέλες) και πιάνουμε την κουβέντα.

Έξω η βροχή δυναμώνει και το φως της μέρας σιγά-σιγά υποχωρεί.

Μια και διανυκτέρευση δεν παίζει, αποφασίζουμε σιγά-σιγά να την κάνουμε για πίσω. Ξεκινάμε λοιπόν μετά από μια σύντομη στάση για ανεφοδιασμό και μέσα σε απειλητικά αστραποβρόντια πιάνουμε την εθνική. Έχουμε πλέον μοιράσει τον ελλειπή μας εξοπλισμό διαφορετικά: Εγώ έχω πάρει το σακάκι απ' το αδιάβροχο και ο Γιώργης το παντελόνι. Στην θέση του σακακιού... μια σακούλα σκουπιδιών στρατηγικά τρυπημένη. Το σκοτάδι, η βροχή, το σπρέυ από τα μπροστινά αυτοκίνητα και οι προβολείς από τους απέναντι έχουν αποτέλεσμα να μη βλέπω μία. Οι άλλοι πίσω μου, όπως μου είπαν, έβλεπαν μόνο εμένα! Ωραία λοιπόν: Μπροστά ο γκαβός και πίσω οι στραβούλιακες. Καλά πάμε! Μετά από καμιά εβδομηνταριά κουραστικά χιλιόμετρα, με την προσοχή τεταμένη και το βλέμα να σκανάρει για το παραμικρό φωτεινό σημάδι που να δείχνει ότι πάμε καλά---και όχι κατά τα βράχια---περίπου στο Κιάτο, η βροχή σταματάει, και ο δρόμος στεγνώνει αρκετά. Κάπου εκεί χωρίζουμε με τον Γιώργο που θα περνούσε το βράδυ στο εξοχικό του. Ο Κρούκης κι εγώ συνεχίζουμε για πίσω. Οι ρυθμοί πλέον έχουν γίνει πιο αξιοπρεπείς αλλά εξίσου αυξημένη είναι και η εξάντληση. Κάνουμε μια τελευταία στάση στα Μέγαρα για βραδινό καφεδάκι και γλυκάκι, ο Γιώργης ξεφορτώνεται την στυλάτη σακούλα, σχολιάζει ότι "Αυτό ήταν! Τώρα θα ξαναβγώ από το σπίτι την Άνοιξη" και ξανακαβαλάμε για τα λίγα χιλιόμετρα που μας χωρίζουν απ' τα σπίτια μας.

10/11/07

Ανεμοδαρμένη Αργολίδα

Σάββατο ήταν λοιπόν, είχα ξυπνήσει πρωί, το μηχανάκι ήταν στο γκαράζ, πλυμένο, φουλαρισμένο και ετοιμοπόλεμο. Tι καλύτερο από μια βόλτα? Μοναχική, χαλαρή, ούτε πολύ μεγάλη, ούτε πολύ μικρή. Βραδάκι να 'μαστε πίσω. Για που όμως? Έστω ένας γενικός προορισμός, τα άλλα τα βρίσκουμε.

Κοιτάω έξω από το παράθυρο, συννεφιά και κάνα-δυο ψιχάλες. Από εδώ και στο εξής, όμως, έτσι θα 'ναι πάντα ο καιρός, σιγά μην κλειστούμε και μέσα. Ρίχνω καλού κακού μια ματιά στον Ποσειδώνα: Εντάξει, μπορεί να ψιλορίχνει μέχρι το μεσημέρι, αλλά μετά καθαρίζει.

Είχαμε μείνει όμως στο "για που". Βάζω το μπρίκι για καφέ και όπως συμβαίνει συχνά τέτοιες ώρες και μέρες δύσκολες μου βγαίνει στην επιφάνεια η διχασμένη προσωπικότητα και πιάνω την κουβέντα με τον εαυτό μου (εντάξει δεν είναι κακό παιδί αν τον γνωρίσεις, αλλά μιλάει πολύ)...

- Εύβοια?
- Μπα, άσε, πολύ κοντά και τώρα τελευταία το 'χουμε ξεσκίσει.
- Στεραιά Ελλάδα?
- Χμμ... μετά τη σιδερώκολη βόλτα, καλύτερα κάπου αλλού. Έτσι για αλλαγή.
- Θεσσαλία, Μακεδονία και Ήπειρος είναι μάλλον μακριά για μονοήμερη που ξεκινάει σχεδόν μεσημέρι.
- Οπότε αναγκαστικά Πελοπόννησος.
- Λες να πάμε μία Επίδαυρο?
- Τρε κλισέ!
- Ναι αλλά να κάνουμε μικροαλλαγές στη διαδρομή, έτσι για να πάρει χρώμα?
- Εγώ πάντως Στορκ δεν πάω. Όχι ξανά πάλι!
- Καλά δεν θα πάμε Στορκ, θα πάμε αλλού για καφέ. Θα περάσουμε και από το Θέατρο που έχεις χρόνια να πας.
- Πάμε και γαλατά μετά να περάσουμε απέναντι Πόρο, να πάρουμε ένα τηλεφωνάκι τον Βαγγέλη, μήπως τον πετύχουμε για καφέ?
- Χαλαρά!
- Εν' κακό! Πάμε!

Ντυνόμαστε λοιπόν, ετοιμάζουμε δυο πραγματάκια (αδιάβροχα, κάνα χάρτη, τα απολύτως απαραίτητα) πίνουμε το καφεδάκι μας και κατά τις δέκα και μισή, βαριά έντεκα, ξεκινάμε. Ο καιρός έχει βαρύνει περισσότερο, ο δρόμος είναι μισοβρεγμένος και ρίχνει ψιχάλα. Για να κερδίσουμε χρόνο βγαίνουμε από Αττική Οδό. Έχουμε περάσει τα διόδια τις Ελευσίνας και αρχίζει η μουρμούρα:

- Σαν πολύ δεν κουνάει?
- Ε, φυσάει, τι να κάνουμε!
- Ναι ρε συ, αλλά πολύ βάρκα-γιαλό δεν πάμε?
- Μη χαλιέσαι! Το 'χω!
- Το 'χεις, το 'χεις, αλλά κανόνισε να πάρουμε αγκαλιά κάνα κουτί

Για να γλιτώσω τη μουρμούρα λοιπόν συγκρατιέμαι στα 130-150---άντε 160 το πολύ και σπάνια. Καβατζώνω λωρίδα, και ξεχνάω το φιλτράρισμα---προσπεράσεις κανονικά και με το νόμο, με φλασάκια και όλα τα κομφόρ. Όσο κρατάω ανοιχτό το γκάζι, με το μηχανάκι να σπρώχνει, οι πλευρικές ριπές δεν επηρεάζουν και πολύ, όταν το κλείνω ή κρατάω σταθερή ταχύτητα κάνει κουνηματάκια πρόσχαρα. Με αυτά και με τ' άλλα φτάνουμε στον ισθμό και κάνουμε μια στάση για καφέ στα Goodys (αυτός ήθελε και μηλόπιτα---του πήρα).

Φεύγοντας, μια και ο σκοπός μας είναι να κάνουμε τη διαδρομή "εν πε αλτερνατίβ", περνάμε την εθνική πάνω από τη γέφυρα (δίπλα από το Βασιλόπουλο) και πάμε μέσα από τα Ίσθμια. Περνώντας δίπλα από την βυθιζόμενη γέφυρα του ισθμού την βλέπουμε ανοιχτή οπότε σταματάμε να περιμένουμε το πλοίο και να βγάλουμε μια-δυο φωτογραφίες.

Εδώ τώρα εκείνος θέλει να σας πω ένα-δυο πραγματάκια για τον ισθμό, να δείξω πόσο διαβασμένοι είμαστε (μεταξύ μας... μαλακίες---στο βικιπέδια τα βρήκα):

O ισθμός, λοιπόν, έχει πλάτος πλάτος 6 περίπου χιλιομέτρων στο πιο στενό του σημείο, εκεί όπου έχει κατασκευαστεί η διώρυγα της Κορίνθου. Ο ισθμός ήταν στο παρελθόν στρατηγικό σημείο και για το λόγο αυτό είχε κατασκευαστεί τείχος εκεί, ήδη από τους αρχαίους χρόνους. Για την ακρίβεια στην αρχαιότητα κατασκευάστηκαν και αναστηλώθηκαν διάφορα τείχη, αμφιβόλου αποτελεσματικότητας ειδικά για εχθρούς που είχαν στόλους και μπορούσαν να περάσουν στην Πελοπόννησο από αλλού (βλέπε Πέρσες). Στους βυζαντινούς χρόνους, ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός ξανάχτισε τείχος παίρνοντας υλικά από αρχαίο ναό του Ποσειδώνα που βρισκόταν την περιοχή. Και η ιδέα της διώρυγας κι αυτή παλιά ήταν, απλά ήταν κομματάκι δύσκολο με φτυάρια και αξίνες να σκάψουν έξι χιλιόμετρα γης σε βάθος τουλάχιστον 75 μέτρων οπότε... άστο καλύτερα: Περνούσαν τα πλοία απέναντι σβαρνώντας τα πάνω σε έναν πέτρινο διάδρομο που τον έλεγαν "δίολκο" (η έκαναν το γύρο της Πελοποννήσου). Πρώτος προσπάθησε να φτιάξει διώρυγα ο Νέρωνας αλλά σε κάποια φάση αποφάσισε ότι καλύτερα είναι να παίζεις με τη φωτιά παρά με το νερό και τα παράτησε. Τελικά σοβαρές εργασίες για την διάνοιξη διώρυγας ξεκίνησαν το 1881 από τον επιχειρηματία Στέφαν Τίερ ο οποίος, όμως, σε κάποια φάση φαλίρισε και το έργο συνέχισε ελληνική εταιρεία του Ανδρέα Συγγρού. Τελικά η διώρυγα εγκαινιάστηκε το 1893. Αυτά.

Μετά τα Ίσθμια συνεχίζουμε κλασικά προς Επίδαυρο, αλλά λίγο μετά τα λουτρά της Ελένης αφήνουμε τον κεντρικό δρόμο και στρίβουμε δεξιά ακολουθώντας ταμπέλα προς Ρυτό, Σοφικό και Αγγελόκαστρο (είπαμε αλτερνατίβ). Το κομμάτι αυτό, μέχρι το Σοφικό (Αγγελόκαστρο δεν πάμε, εκτός κι αν θέλουμε να βγούμε Ναύπλιο) είναι μια πανέμορφη διαδρομή σε στενό δρομάκι κυριολεκτικά μέσα σε καταπράσινο πευκοδάδος. Η άσφαλτος είναι κακή, αλλά όχι υπερβολικά κακή. Στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν κιόλας βρεγμένη οπότε... τι χαρά! Την επόμενη φορά λοιπόν που πάτε Επίδαυρο με κάποιον γλήγορο, αν δεν θέλετε να φανείτε κότες, παίξτε το τουρίστες και ακολουθείστε αυτήν την εναλλακτική.

Μετά το Σοφικό ξαναπιάνουμε τον κεντρικό δρόμο για Επίδαυρο. Περνάμε το Στορκ με μια επιδεικτική γκαζιά και συνεχίζουμε προς παλιά Επίδαυρο και νέα Επίδαυρο με προορισμό το Ασκληπιείο και το αρχαίο θέατρο. Ο καιρός είναι καλούτσικος. Ήλιος γενικά, αλλά με αρκετά συννεφάκια και πότε-πότε μια δυο σταγόνες βροχής. Ο δρόμος είναι βρεγμένος και σε μερικά σημεία γλιστράει αρκετά. Στα υπόλοιπα γλιστράει λιγότερο. Κίνηση εξαιρετικά αραιή (πέρασα όλο κι όλο τρία-τέσσερα αμάξια, και δυο φορτηγά, και διασταυρώθηκα με άλλα τόσα). Κάπου εκεί διασταυρωνόμαστε και με την μοναδική μοτοσυκλέτα της βόλτας (χαιρετάμε και χαιρετάει). Ο αέρας, αν και ακόμα καλά κρατεί, δεν ενοχλεί τόσο πολύ (μάλλον λόγο τερέν). Λίγα κουνήματα μόνο πότε-πότε (τίποτα, πταίσματα!). Φτάνουμε λοιπόν στο Ασκληπιείο και αποφασίζουμε να επισκεφθούμε τον αρχαιολογικό χώρο (βλέπεις θέλουμε να το παίξουμε χάι και ιντελεκξιουέλ---ούτε γκόμενα να τον έβγαζα)

Και το σχετικό επιμορφωτικό πεντάλεπτο:

Ο Επιδαύριοι είχαν από παλιά ένα πρόβλημα με τους Αργειούς: Βασικά οι Αργειοί, όποτε γούσταραν, έμπαιναν στην επικράτειά τους από τα δυτικά της σύνορα και τα έκαναν μαντάρα. Για να γλυτώσει από αυτές τις εισβολές ο τύραννος Προκλής έκανε το εξής πονηρό: Πήγε σ' ένα βουνό πολύ κοντά στα σύνορα με το βασίλειο των Αργειών (στο όρος Κυνόρτιο) και έχτισε (τον 7ο αιώνα π.Χ.) έναν πολύ κυριλέ ναό προς τιμή του Απόλλωνα και του γιου του του Ασκληπιού, ξέροντας βέβαια ότι ο Απόλλωνας ήταν ο πιο αγαπητός Θεός των Κορινθίων (που... παρεμπίπτοντος... ήταν οι πιο μαμάω της περιοχής). Αν ήθελαν τώρα οι Αργειοί, ας εισέβαλαν στο βασίλειο της Επιδαύρου, καταστρέφοντας τον ναό, και να δεις για πόσο θα τους έκαναν ντου από παντού οι Κορίνθιοι. Το κόλπο δούλεψε πολύ καλά και με το παραπάνω. Πέρα από τη στρατηγική του σημασία ο ναός άρχισε να έχει και τρελή πελατεία και φέρνει στην Αργολίδα καλά λεφτά. Βλέποντας τα κέρδη να αυξάνονται οι Επιδαύριοι έκαναν την λογική κίνηση και έφτιαξαν νέο και βελτιωμένο παράτημα του ναού λίγο παρακάτω (όχι πάνω στα βουνά, να το φτάνουν οι πελάτες πιο εύκολα) στην θέση του ξακουστού μέχρι σήμερα Ασκληπιείου. Ο ναός αρχικά (στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ.) ήταν μόνο ένα μεγάλο κτήριο όπου πήγαινε κάθε άρρωστος και πικραμένος για να τον γιατρέψει ο Θεός Ασκληπιός. Ε, εντάξει, τον φρόντιζαν και οι ιερείς του ναού όσο ήταν εκεί, αλλά υποτίθεται ότι τη δουλειά την έκανε ο Θεός που επισκεφτόταν τον άρρωστο το βράδυ όταν κοιμόταν. Όσο αυξανόταν η πελατεία, τόσο οι Επιδαύριοι έριχναν τα κέρδη πίσω στο μαγαζί και έχτιζαν νέα κτήρια και εγκαταστάσεις μέχρι που ο ναός έγινε το πολυτελέστερο σπα της εποχής. Μεταξύ αυτών των εγκαταστάσεων ήταν και το θέατρο, για να έχουν κάτι να κάνουν οι επισκέπτες τα βράδια (μια και τηλεόραση δεν έπαιζε). Το θέατρο χτίστηκε αρχικά γύρο στο τέλος του 4ου αιώνα π.Χ. και αργότερα βελτιώθηκε παίρνοντας την σημερινή του μορφή κάπου στον 2ο αιώνα π.Χ.

Αφού χαζέψαμε τα αρχαία και ξεμουδιάσαμε ήρθε η ώρα να συνεχίσουμε. Εδώ το ζευγάρι έχει ένα ψιλοκαβγαδάκι:

- Τι εννοείς να "συνεχίσουμε", να γυρίσουμε πίσω θες να πεις. Φυσάει τρελά και βρέχει κιόλας.
- Επ, όλα κι όλα! Με έβγαλες για βόλτα στην Επίδαυρο, τουλάχιστον να την φχαριστηθούμε. Με 200 χιλιομετράκια θα γυρίσουμε πίσω να 'ουμ. Η βροχή σταμάτησε και ο αέρας... σιγά!
- Γιατί εσύ θες να φτάσουμε στην άκρη του κόσμου για να γουστάρεις?

Και άλλα τέτοια χαριτωμένα. Τελικά περνάει το δικό μου. Συνεχίζουμε. Κάνουμε όμως μια μικρή παράκαμψη μέχρι το Λυγουριό για να βγάλω λεφτά από τράπεζα (εντάξει για βενζίνη φτάνουν αυτά που έχω, μόλις φουλάρισα, αλλά ποιος τον ακούει αν δεν μου μείνουν για καφέ και φαΐ: "Ήρθαμε στην άκρη του κόσμου και δεν έχεις να μου πάρεις έναν καφέ, ανεπρόκοπε!").

Πορεία πλέον προς νότο, μέχρι το Κρανίδι και βλέπουμε. Περνάμε τα χωριά Αδάμι. Δημοσιά και Τραχειά και ο καιρός έχει πλέον φτιάξει για τα καλά: Λιακάδα όμορφη, και αέρας βέβαια, αλλά όχι εκνευριστικός. Λίγο μετά την Τραχειά ο αέρας αρχίζει να δυναμώνει επικίνδυνα. Κατεβαίνοντας προς Κρανίδι μετά το Δίδυμο αισθάνομαι την μοτοσυκλέτα να μετατοπίζεται μισή λωρίδα δεξιά και αριστερά και πλέον για να πάω ευθεία πρέπει να δώσω αρκετή κλίση (δεν λέω τίποτα όμως σ' εκείνον, για να μην τον τρομάξω). Λίγο πριν το Κρανίδι στρίβουμε δεξιά προς Κοιλάδα: Ένα μικρό χωριουδάκι, βέρο ψαροχώρι, όχι γιαλαντζί, με λιμανάκι για τις ψαρόβαρκες, δίχτυα μπιστωμένα αράδα κατά μήκος της παραλίας, ένα μικρό καρνάγιο, και μια δυο ταβέρνες με ντόπιους και Κρανιδιότες. Καθόμαστε για φαγητό.

Εντομεταξύ, με το 'να και με τ' άλλο, ή ώρα έχει περάσει και πρέπει να ετοιμαζόμαστε να φύγουμε. Αντί να γυρίσουμε πίσω από τον ίδιο δρόμο αποφασίζουμε να πάμε από Ερμιόνη και να πάρουμε τον παραλιακό δρόμο μέχρι τον Γαλατά περνώντας από Θερμησία, ένα σωρό άλλα παραλιακά χωριά, Σαρωνίδα, κ.ο.κ κάνοντας ουσιαστικά τον γύρο της νότιας πλευράς των Αδέρων (εκείνος δεν αντιδρά πολύ---έχει φάει και είναι βολικός). Σχετικά με αυτόν το δρόμο, δεν θα πω πολλά: Ένας από τους χειρότερους και εκνευριστικότερους δρόμους: Οδόστρωμα πότε καλό, πότε μέτριο, και τις περισσότερες φορές άθλιο, χάραξη τελείως μα τελείως αψυχολόγητη, ορατότητα σπάνια, και όλα τα καλά του Θεού. Η διαδρομή πάντως είναι ομορφούτσικη (όχι κάτι τρομερό, αλλά τρώγεται: Ελαιώνες αριστερά, ορμίσκοι με μπόλικες ιχθυοκαλλιέργειες δεξιά). Μετά την Σαρωνίδα, όταν αρχίσει να ξαναφαίνεται η θάλασσα και λίγο παρακάτω στο βάθος ο Πόρος και ο Γαλατάς, η θέα είναι απλά πανέμορφη. Γι' αυτό και μόνο ίσως να άξιζε την ταλαιπωρία. Πλησιάζοντας στον Γαλατά έχει αρχίσει να σουρουπώνει γοργά.

Έχουμε φτάσει στο Γαλατά και εκείνος έχει αρχίσει να με τρώει στην γκρίνια: Αργήσαμε! Βράδιασε! Έχουμε δουλειές στην Αθήνα! Κρυώνω κιόλας, ένα μπλουζάκι και το μπουφάν χωρίς επένδυση φοράω μόνο! Και άλλα τέτοια εκνευριστικά. Αποφασίζω να τον αγνοήσω τελείως μέχρι το τέλος της διαδρομής και χωρίς να σταματήσουμε στον Γαλατά το κόβω σερί για πίσω. Ο αέρας έχει αρχίσει να δυναμώνει ξανά. Άσχημα. Όπου το ανάγλυφο προφυλάσσει κάπως δεν υπάρχει πρόβλημα, όπου όμως βγαίνεις σε ακάλυπτα περάσματα πας βάρκα-γιαλό. Το κεφάλι κάτω να βγούν τα χιλιόμετρα. Λίγα είναι εξάλλου.

Περνώντας ξανά μπροστά από το Στορκ έχει πλέον χαθεί και το τελευταίο φως της μέρας. Πιστός στην απόφασή να μην σταματήσω εκεί, συνεχίζω ντουγρού ώσπου λίγα χιλιόμετρα παρακάτω αρχίζει να φυσάει. Γιατί πριν δεν φύσαγε. Πλέον κάθε προσπάθεια να ορίσεις σε πιο ακριβώς σημείο της λωρίδας θα βρίσκεται η μοτοσυκλέτα είναι σχεδόν μάταια (είσαι πια στο: "θα πάει κάπου κατακεί, ανάλογα με τον αέρα"). Και επειδή αυτά είναι εύκολα, έχεις και άλλο ένα πρόβλημα: να προσπαθείς να αποφύγεις τα κλαριά από τα πεύκα τα οποία κάθε τόσο αυτονομούνται και αποφασίζουν να κάνουν τη βόλτα τους μέσα στο δρόμο. Ας κάνουμε λοιπόν έναν απολογισμό της κατάστασης:

- Είναι νύχτα
- Ο δρόμος είναι τόπους-τόπους βρεγμένος
- Έχω αρχίσει να κρυώνω
- Είμαι ψιλοκουρασμένος
(μέχρι εδώ καλά)
- Φυσάει λες και θέλει να ξεριζώσει τα βουνά
- Τα κλαριά από τα πεύκα έχουν αρχίσει να κόβουν βόλτες στο οδόστρωμα και σε λίγο περιμένεις να αρχίσουν και τα πεύκα να κάνουν το ίδιο

Μια ομορφιά δηλαδή. Αν έβρεχε κιόλας... τι άλλο.

Έχω πλέον αποφασίσει ότι εδώ θα πεθάνω, οπότε τουλάχιστον ας πεθάνω σαν άντρας. Κατεβάζω μία, ανοίγω το γκάζι λίγο παραπάνω και κάθε φορά που η μηχανή τραμπαλίζεται από τον αέρα φωνάζω μέσα από το κράνος: "Φύσα ρε πούστη, φύσα!"

Κάπως έτσι και χειρότερα φτάνω στην Κόρινθο. Στάση ξανά στα Goodys στον ισθμό γιατί πια την χρειάζομαι. Φυσάει ακόμη σαν πούστης, αλλά πλέον έχω πάρει το βάπτισμα. Θα τα καταφέρω. Παρκάρω την μοτοσυκλέτα κάπου απάνεμα και μπαίνω μέσα. Δεν έχω προλάβει να παραγγείλω καφέ και βλέπω έναν παππού να τρέχει έξω. Ο αέρας έχει ξεκολλήσει μια πινακίδα και την έχει ρίξει πάνω στο αμάξι του!

Μετά από κάνα μισάωρο περίπου ανασκουμπώνομαι και ξεκινάω για Αθήνα. Στα διόδια σταματάω να πληρώσω και ο υπάλληλος μου κάνεις "πέρνα, πέρνα". "Σαν να φυσάει λίγο σήμερα", του λέω. "Γάμησέ τα!" μου απαντάει.

Παραδόξως στην διαδρομή Κόρινθος-Αθήνα ο αέρας δεν με ενόχλησε καθόλου (το έχω παρατηρήσει ξανά αυτό---σε αυτή τη διαδρομή, σε αυτή την κατεύθυνση, ο αέρας σπανίως είναι ενοχλητικός). Μπορεί να φταίει η φορά του ανέμου, μπορεί η μικρο-μορφολογία του εδάφους, δεν ξέρω. Πάντως έφτασα πίσω ψηλός και δυνατός ξανά.

Αυτά!

Υ.Γ.: Τον Βαγγέλη τελικά δεν τον πήραμε τηλέφωνο. Σόρυ Βαγγέλη, δεν φταίω εγώ. Εκείνος γκρίνιαζε! Επιφυλάσσομαι για την επόμενη.

Ο χάρτης της διαδρομής:

4/11/07

Σαββατοκύριακο στο Βόλο

Υπάρχουν βόλτες που τις χαίρεσαι για τις υπέροχες διαδρομές, τα μοναδικά τοπία και την ομορφιά της φύσης μέσα στην οποία κινείσαι. Υπάρχουν εκδρομές που τις χαίρεσαι για την διαφορετικότητα των τόπων που επισκέπτεσαι, άσχετα αν είναι όμορφοι ή άσχημοι---άσχημα μέρη, εξάλλου, δεν υπάρχουν, μόνο μέρη που εσύ διάλεξες να τα δεις έτσι ή που δεν μπόρεσες να βρεις (ακόμα) την ομορφιά τους. Υπάρχουν διαδρομές που τις χαίρεσαι για την μοτοσυκλετιστική απόλαυση που σου προσφέρουν---όπως εκείνη η ορεινή ανάβαση που την έχεις κάνει τόσες φορές, όμως κάθε φορά που ξεπεζεύεις αισθάνεσαι νεότερος. Υπάρχουν ταξίδια που τα καυχιέσαι απλά και μόνο γιατί κατάφερες να τα ολοκληρώσεις. Υπάρχουν, τέλος, και άλλες εκδρομές, που δεν έχουν τίποτε από αυτά. Εκδρομές απλές, άσημες, φαινομενικά κοινές και ανούσιες, που όμως η παρέα, το κέφι και η χημεία μεταξύ αυτών που συμμετέχουν τους δίνουν πλουσιοπάροχα ότι τους λείπει από χλιδή, γκλαμουριά, τρεντιά και μαγκιά. Μια τέτοια βόλτα ήταν και αυτή που κάναμε το Σαββατοκύριακο 3-4 Νοεμβρίου. Μια από τις πολλές. Μοναδική, όπως κάθε μια τους.

Προορισμός: Βόλος. Γιατί εκεί? Γιατί έτσι. Ποιος ξέρει? Μπορεί γιατί ο Γιώργος, που πρότεινε την εκδρομή, έχει εκεί κάτι ξαδέλφια. Μπορεί γιατί ο Βόλος έχει ξακουστά τσιπουράδικα. Μπορεί γιατί κανένας δεν είχε ματαπάει τα τελευταία χρόνια. Περισσότερο απ' όλα πάντως, γιατί ήταν εκεί, και γιατί μπορούσαμε να πάμε. Δεν χρειάζονται σημαντικότεροι λόγοι. Ο προορισμός είναι πρόφαση. Η βόλτα είναι η αιτία. Όποιος δεν το καταλαβαίνει αυτό, μάλλον δεν καβαλάει μοτοσυκλέτα.

Παρέα, ανοιχτή και αμφιταλαντευόμενη μέχρι την τελευταία στιγμή: Ο Γιώργος (kalgeorge), ο Σωτήρης (zarmagedon), η Μαρία (angel-m), και η αφεντιά μου. Τη Μαρία την ήξερα ελάχιστα. Το Γιώργο δεν τον είχα ξαναδεί ποτέ. Το Σωτήρη τον είχα δει μια φορά σε συγκέντρωση του φόρουμ. Τέσσερις ουσιαστικά άγνωστοι, λοιπόν, αντί να κάτσουν να δουν τηλεόραση, ξεκινάνε ένα βροχερό σαββατοκύριακο να κάνουν κοντά 700 χιλιόμετρα με τις μηχανές, να πιουν τσίπουρα παρέα, να χαβαλεδιάσουν, να τα πούνε, να περάσουν όμορφα. Όποιος πιστεύει ότι το ιντερνετ αποξενώνει τον κόσμο ας βάλει στην πίπα του το moto.gr κι ας το καπνίσει. Όλα τ' άλλα είναι οδοντόκρεμες. Έτσι λέω εγώ.

Πρώτο ραντεβού, Σάββατο στις δέκα το πρωί, μετά τα διόδια Αφιδνών. Φτάνω νωρίτερα (γύρω στις εννιά και κάτι) και δεν την παλεύω να περιμένω στην άκρη του δρόμου. Προχωράω μέχρι τα McDonnalds, λίγο παρακάτω, και την αράζω για καφεδάκι.

Σε λίγο σκάει μύτη και η Μαρία. Έτοιμη για χιλιόμετρα, ψιλοαγχωμένη με τον καιρό, αλλά μες την καλή χαρά. Ο Γιώργος και ο Σωτήρης περιμένουν τον Δημήτρη (matsamitsu) στα διόδια ο οποίος τελικά δεν έρχεται (δεν πειράζει, αυτός έχασε). Μαζευόμαστε τελικά, και κατά τις έντεκα την κάνουμε. Λίγο πριν την Αταλάντη (νομίζω...) ο καιρός μας τα μουσκεύει (κυριολεκτικά), οπότε στάση για αδιάβροχα. Βγάζω και μια-δυο φωτογραφίες τα μοτόρια.

Ο Σωτήρης επιδίδεται στο προσφιλές του σπορ: Και με βροχές και με χαλάζι, κάνει πλούσια τη βόνταφον:

Με φθινοπωρινά συνολάκια, λοιπόν, συνεχίζουμε μέχρι τα Καμμένα Βούρλα (αναγκαστική διέλευση από μέσα, εθνική κλειστή λόγο ατυχήματος) όπου κάνουμε στάση για καφέ και λουκουμάδες.

Η Μαρία τα έχει δει όλα από τον αέρα, έχει και κάτι δουλειές στην Αθήνα και σκέφτεται να γυρίσει πίσω. Το έχει πάρει απόφαση, ώσπου την τελευταία στιγμή:

- Μ: Πόσο είναι ακόμη μέχρι το Βολο?
- Ν: Ξέρω γω, καμιά κατοπενηνταριά χιλιόμετρα, τίποτα.
- Γ: Ναι ρε, τίποτα, ένα μπραφ είναι.
- Μ: Ρε δε γαμεί, πάμε.

Ακέραια λοιπόν η παρέα συνεχίζει μέχρι το Βόλο. Ο καιρός ψιλοβροχερός, χωρίς πολλά δράματα όμως. Προσωπικά την διαδρομή, και ειδικά με αυτόν τον καιρό, την 'φχαρηστήθηκα τα μάλα.

Φτάνουμε στο βόλο νωρίς το απογευματάκι και την αράζουμε στην παραλία, σε μια καφετέρια περιτριγυρισμένοι από... γκουχου-γκούχου ενδιαφέρουσες γκούχου-γκούχου υπάρξεις σε άκρως παράνομες ηλικίες. Τα μοτόρια, φυσικά, παρατεταγμένα μπροστά. Στο στοιχείο τους, λέμε!

Έχουμε όμως σοβαρή δουλειά και δεν πρέπει να καθυστερούμε. Πρέπει να βρούμε ξενοδοχείο. Οπότε μπαίνουν στο τραπέζι προς συζήτηση οι προδιαγραφές. Καταλήγουμε: Τζακούζι και Ρωσίδες (δύο).

Μετά από εξονυχιστική έρευνα αγοράς, καταλήγουμε σε κατάλυμα ονόματι "Σάντη", κάπου κοντά στο Λιμάνι. Παρκάρουμε τα μηχανάκια απ' έξω, ο ξενοδόχος τα βλέπει και βγαίνει έξω: Ρε τι θηρία είναι αυτά! Αυτό ειδικά πρέπει να είναι πολύ τέρας (κοιτώντας το ζήτα). Τούτο πάλι πρέπει να 'ναι μικρότερο (κοιτώντας το τουόνο). Αφού μας υπόσχεται να τα προσέχει και να τα υπερασπιστεί μέχρι και με την τελευταία του πνοή, ανεβαίνουμε στα δωμάτια για ανασυγκρότηση και σε λίγο πάλι κάτω προς αναζήτηση του τσιπουράδικου "Βόλος", κάπου στην παραλία.

Το τι έγινε εκεί, καθώς και μετά, κάποιες ώρες και καμιά δεκαριά-δεκαπέντε-είκοσι καραφάκια αργότερα, το αφήνω στην φαντασία του αναγνώστη... Αν θέλατε περισσότερα να μη φοβόσασταν τη βροχή και να ερχόσασταν.

Φαστ-φόργουαρντ λοιπόν στον επίλογο της επιστροφής.

Ξυπνάμε και κατά τις δέκα-έντεκα το πρωί, με την τσίμπλα στο μάτι, πάμε για καφεδάκι. Μετά από λίγο ανασκουμπωνόμαστε και ξεκινάμε για πίσω.

O καιρός μέχρι τα μισά της διαδρομής είναι καλός και ο δρόμος στεγνός, οπότε κάνουμε αξιοπρεπή χρόνο. Στα καμμένα βούρλα αποφασίζουμε να καθίσουμε για φαγητό σε ένα ταβερνάκι που ήξερα (και που με έτρεφε τα άπειρα χειμωνιάτικα βράδια που έχω περάσει εκεί, χρόνια πριν---αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία).

Αφού τσακίσαμε μπριζόλες, μπιφτέκια, και ένα φαγκρόπουλο (για φρούτο), είμαστε έτοιμοι να φύγουμε. Ο καιρός έχει βαρύνει πολύ και λέμε να βάλουμε αδιάβροχα (των φρονίμων τα παιδιά... κι έτσι). Ατάκα της μέρας: "Αδιάβροχα γιατί φοράμε, είπαμε?" Ασχολίαστο.

Δεν προφταίνουμε να κάνουμε πέντε-έξι χιλιόμετρα, και μαθαίνουμε, μια και καλή, γιατί φοράμε αδιάβροχα: Ανοίγουν οι κρουνοί του ουρανού και αρχίζει μια βρόχα ζόρικη που μας συνόδεψε μέχρι μετά τη Θήβα. Μετά τη Θήβα ανοίγει ο καιρός, σταματάμε στην άκρη του δρόμου για ανασυγκρότηση, κάνουμε ένα τσιγαράκι, και την κάνουμε ντουγρού για τα σπίτια μας.

(Γιώργο μου χρωστάς ένα πακέτο τσιγάρα)